Φραντσέσκα ντα Ρίμινι - Το λιμπρέτο


















Το λιμπρέτο του Μοντέστ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι για την όπερα του Σεργκέι Ραχμάνινοφ "Φραντσέσκα ντα Ρίμινι" σε ελληνική μετάφραση (Σεπτέμβριος 2017). Ελεύθερη ανάγνωση στις σελίδες:

https://www.academia.edu/34763249/Francesca_da_Rimini_-_Sergei_Rachmaninoff_Modest_Ilyich_Tchaikovsky_1904

https://issuu.com/angiekorre/docs/francesca_da_rimini 

 

[Custodiendas virgines]


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Με το ρεύμα ώς τα πέλματα και με δίχως οίστρο,
Εκεί όπου τ’ ακροδάχτυλά του μύριζαν κρεβάτι
Και την κίτρινη ανάδευση του αιθέρα μες στης δούλας του την τσέπη,
Σιγά σιγά απ’ τον τριγμό της σκάλας, σκοτεινής από ανούσιες επικλήσεις,
Κι ο αστίατρος που τον κούραρε κατά παράβαση δεν ήξερε από αιτιολογίες
Κι είπε μόνον: Το ήξερα πως θα ’ρχοταν αυτή η μέρα. Να ’χουμε εύκαιρο
Κανένα συγγενικό πρόσωπο; Ε; Έστω τον κόμητα του Ερλόν, τέλος πάντων.
Είναι περιτριγυρισμένος από φονιάδες: ορίστε εκείνη εκεί που πλένει
Τα ασπρόρουχα, τα στήθια της έχουνε μπει μες στους αφρούς,
Κι εκείνος ο γέρος –από πού ξεφύτρωσε;– τρώει ψωμί με τέτοια νύχια.
Ποιος τον άφησε να φάει ψωμί με τέτοια μαύρα νύχια; Φωνάξτε
Τον Ζορζ, φωνάξτε τον Αντουάν, κάποιον, τέλος πάντων. Κι δούλα:
Je n’aurais pas avaient été pris à Varennes
Mais j’ai réalisé que j’avais laissé mon perruquier.
Ο οικονόμος του ένας ξεπεσμένος βαρυαυλητής, μα είχε και δικό του ιερέα
Στη Φαέντσα, τόσο μαυριδερό, θα ’λεγε κανείς πως ήταν απ’ τη Φατσά,
Απ’ το Ορντού, κάνας γεροψαράς Έλληνας που ξετούρκεψε για να μεταναστεύσει,
Κι ετουλόγου του παράκουσε, όπως ο Πολύφημος.
Μόνο, να, ο ήλιος ασταθής πάνω στα χαμολεύκια των μπαλκονιών,
Ξανά: λιμός, λιμός, λιμός, όχι από φτώχεια, μα ανημπόρια, μιλώντας
Για το κνέφας. Ω των Ουρανών κλωστήρι, σ’ όλα με ακρίβεια,
Μα τούτο δω το κάνεις πάντοτε στενό. Θυμήθηκε τον Οβριό του ράφτη –
Πόλη χωρίς ράφτη Οβριό είναι παρηκμασμένη πόλη–, εκείνον
Που έβαζε τη γυναίκα του κάτω πέντε φορές την ημέρα
Και στο τέλος τού πέθανε. Πώς τήνε λέγανε; Πώς; Τέλος πάντων…
Υπάρχει θεραπεία; Υπάρχει η μέθοδος Βατέλ. Δηλαδή; Δηλαδή:
Θα μπείτε σε δίαιτα με θαλασσινά για ένα φεγγάρι
Και το πρωί θα σας κόψουμε τον λαιμό. Άλλο; Άλλο:
Θα αφαιμάξουμε έναν νέο και ύστερα θα πίνετε για μια βδομάδα μητρικό γάλα.
Και το βρέφος; Σκυλιά έχετε; Έχω. Τα ταΐζετε; Όχι. Καλώς.
Πιάνει βροχή. Λίγη, για δυο λεφτά, ίσαμε να την καταλάβεις. Παύει. Ωπ!
Αρχίζει πάλι. Και τα όνειρά τους να ανάβουν σαν τα σκηνώματα του Καμπαγιάν
Τη Νύχτα του Αγίου Λαυρεντίου. Ωχ τα αγροκτήματα, δύστυχοι
Μεγάλοι φαγάδες, τα διχαλωτά καλαμπόκια χάνουν το έτερό τους,
Τα καλούπια ραγίζουν, ο πηλός, η μικροπαντρεμένη χωριατοπούλα
Ραγίζει τώρα σαν τον πηλό. Μήπως υπάρχει… Ε, μα δεν υπάρχει.
Εσύ καρδιά κανένα δεν θα φας. Ούτε νεκρή του Δάντη για να ζήσεις
Ούτε ζωντανή του Καμπεστάν για να πεθάνεις. Τώρα,
Φρενήρη τα κύμβαλα – τα δάκρυα των ελασμάτων στις υδρορροές,
Φωνάζωντας με μανία αυτός ο ταραξίας: Fotogénesi, βάι, fotogénesi∙
Ο ταραξίας∙ δεν εγεννήθης μέσα σε Kjoekkenmoeddinger κάποιαν ημέρα παλιά,
Πολύ παλιά, γι’ αυτό λοιπόν πάψε τώρα. Δεν γεννήθηκες στις Αντίλες,
Μήτε στη Ρώμη, μήτε στη Μεντανία, μήτε στη Σαχαλίνη, μήτε στην Αρκαδία∙
Είναι στη φύση σου λοιπόν να τ’ αποστρέφεσαι, αυτή τη γέψη μαλακιά σαν τίποτα.
Ας φάν’ αυτοί δέκα φορές κορμί γυναίκας. Εμείς –το λέει φτύνοντας στο χώμα–
Ούτε μία φορά κορμί ανδρός. Και τον πρησμένο θησαυρό τους
Σαν solanum anthropophagorum κάτω από το φτωχικό τους κλωναράκι.
Il sangue del Redentore è nelle mie vene.
Εγώ κάτι θα πάθω από τη στέρηση∙ να μου το θυμηθείτε, κάτι θα πάθω.
Το ’χε προσέξει η γλυκιά μου η Ελένα∙ εκείνη απέφευγε τα καρναβάλια,
Αλλά εγώ δεν ήμουν απ’ αυτές. Και την είπα μια μέρα να μου δώσει τη στολή της
Κι εκείνη μ’ αγκάλιασε και μου ’πε, ω, παιδί μου, σ’ αγαπώ
Σ’ εχτιμώ, αλλά δε θα σου δώσω την καινούργια, την παλιά θα σου δώσω,
Την καινούργια την έχω άθιχτη για όταν – μ’ αυτό το «όταν» εννοούσε
Τον θάνατο, ο που ’ταν μονάχα ένα «όταν» ίνα μη με τρομάξει,
Εμένα, παιδί· η στολή δε εκείνη, κατά τ’ όπως το είχανε στη Βουλγαρία,
Ήταν μια φορεσιά πoυ ο λαιμός κι ο ποδόγυρος ήταν απ’ άκρη σ’ άκρη
Καμωμένοι από κουκούλι, και νά η χρυσή κλωστή, είχε βάρος, όχι αστεία,
Τέρμα χρυσή, αντάξια αγίων, σαν εκείνη ένα πράγμα, που τη μέρα
Που ’τανε να πεθάνει, σηκώθηκε νωρίς νωρίς, πλύθηκε, φόρεσε τη στολή της,
Κάθισε στην καρέκλα της στο σαχνισί, αγναντιαστά στον ήλιο,
Σταύρωσε τα χέρια της, και τήνε βρήκανε έτσι κάποιαν ώρα αργότερα.
Líceat ei portas mortis sine offensióne transíre.
Για δώρο νυφικό, είχε πάρει έναν χαρτοκόπτη μ’ έναν ολόχρυσο σκαραβαίο,
Με μια στρώση γαληνίτη στο σώμα του, από έντεκα μικρά μαργαριτάρια
Στα τέσσερα φτερά του –οκτώ στο πάνω, τρία στο κάτω, απ’ τη μια
Κι απ’ την άλλη– κι έξι κρυστάλλους ασβεστίτη στην πλάτη, όλα τους
Σε σφαιρίδια που ανάθεμα αν τα πιάνει το μάτι, κι εκείνη θυμήθηκε
Ένα μενδαγεόν –όπως το έλεγε η γριά– που είχε από τη γιαγιά της,
Κάτι σαν πεταλούδα: Δύο ρουμπίνια για τα μάτια της, ένα δάκρυ από διαμάντι
Στην πλάτη της, ένα άλλο καθάριο δάκρυ σεληνίτη στο σώμα και ύστερα:
Από δεκαοκτώ δάκρυα διάφανου αιματίτη στο περίγραμμα κάθε φτερού
Και μέσα από έξι δάκρυα σμαράγδι, καθαρό σμαράγδι, πηχτό σαν έλος.
Πάνω, ψηλά, πήγαινε και πήγαινε η κόσα∙ πήγαινε και πήγαινε∙
Ενιαχού σοροκάδα, άλλοτε κάτι σπηλιάδες απρόβλεπτες,
Ένα άτακτο πλήθος ροδοπέταλα πάνω στις ράγες του τρένου
Και το βιολί ενός ζητιάνου αφημένο σε μια θέση για χάρη μιας συνομιλίας.
Δεν μας έμεινε τίποτα – μας έμειναν μια φορά οι μισοί απ’ όσοι ήμασταν πριν∙
Τι μπελάς, να πρέπει να οργανώνει κανείς τη ζωή του για τον θάνατο τόσο νέος,
Να βλέπει τον ατμό μιας κούπας τσάι και να συλλογιέται τον καπνό νεκροκεριών.
Το δε λεήιον λινό ύφασμα – η λις,
Κι ο λις –η γη– κάτω απ’ το χέρι ενός αγγέλου
Την ταφική εσθήτα της σε τόπο ταφικό·
Συγχώρεσέ με, θεέ, γιατί αμάρτησα –
Με δίχως μιαν ωραία λέξη –
Συγχώρεσέ με, θεέ, γιατί αμάρτησα
Ame chrétienne !
Πρέπει να ξέρεις. Μην κάνεις τίποτε άλλο στη ζωή σου. Μα πρέπει να ξέρεις.
Ω ψυχή, ω ψυχή. Κι εκείνος ο Λομβαρδός νομοδιδάσκαλος… “Olivo! Olivo”…
(Κι όμως δεν είπε Olivo, είπε Oliva, oleum…oleum solis)
Κι έδινε περίσσιες συμβουλές, πως τάχα πρέπει τα κορίτσια
Να φυλάγονται [στοίχημα πως αν έγραφε καμιά ιλαροτραγωδία θα την ονόμαζε
Κουστωδιάζουσαι (παρθένοι)]· ας μην ξεχνάμε: Cur divae comes hoc animal?
Επειδή ο σκοπός της ζωής του φύλακα ορίστηκε να είναι η φύλαξη
Εκείνου που πρέπει να φυλάγεται. Επειδή,
Ω έρωτα, ω έρωτα. Που στήνεις δόκανα σε όλο σου το διάβα.
Πάνω στου κόσμου το μαύρο κρεβάτι –μην είναι άλλο απ’ ένα
Νεκροκρέβατο;–, σε γάμο –μην είναι απλώς η σήψη;–
Και ύστερα –ένα από δυο– σε ταπεινό λουτρό καθώς λυγίζει η νύχτα
Από το άχθος ενός μόνου κεριού. Ώσπου το ηλιόφως
Κάνει τις πράξεις μιας ημέρας να μοιάζουν πράξεις μιας ολάκερης ζωής
Που κάποτε –σαν κάθε πράξη– ολοκληρώνονται, και είναι πια,
Μπροστά σ’ άνετα μάτια, μια μορφή, μια μορφή ζώσα, απ’ αυτές
Που μες στις φλέβες τους κυλάει στ’ αλήθεια αίμα, κι αλήθεια
Κάνουνε αυτό που είναι μόνο αλήθεια: τον κύκλο μιας ολάκερης ζωής.
Voici ô âme. Voici ô mon âme !
Μα φευ, αιώνια ως μια μονάδα μόνη
Με δίχως ούτε έναν απόγονο, ποτέ –
Ποτέ, ποτέ με ένα γέννημα, ένα μες στους αιώνες,
Έστω ένα· όχι· αιώνια ως μια μονάδα μόνη,
Στείρα, καθώς τα πλάσματα των ουρανών οφείλουν να ’ναι.
Μα φευ, μα φευ, είν’ όλα μες στο αίμα,
Τούτη η γη είν’ όλη μες στο αίμα,
Όντα χλωρά, όντα τα ζώα κι όντα τα λογικά, όλα μέσα στο αίμα,
Ό,τι υπάρχει κι ό,τι εθεάθη, ό,τι ακούστηκε κι ό,τι μιλήθηκε,
Ό,τι απέθανε κι ό,τι ακόμα είναι να ’ρθει, όλα μέσα στο αίμα.
Fils de l’homme, père de ton fils, ne laissez pas vos enfants regarder.
Όλα μέσα στο αίμα.
Ne laissez pas vos enfants regarder.
Βρείτε μου ζώα που, αυτήν τη φορά, να είναι ιππεύσιμα
Κι έναν καλό cavamácchie κι έναν καλό αρωματοπώλη∙
Θα ήθελα έξι φιαλίδια: όχι πολύ πολύ λιμονένιο, τίποτα έλατα,
Καμιά στελλάρια για εισπνοές, λίγο από κείνο το ποτό για τα γουρούνια
Κι ό,τι άλλο κουβάλησε μαζί του ο Κορτές, και να ζητήσετε
Να είναι en poudre, αλεσμένη μπροστά σας.
Για πότε υπολογίζετε; Γράψτε μου.
Καημένη δόνα, κλεισμένη στο Καμάλντολι, πού να ’ξερε.
Ο Δίας και ο Κρόνος έχουν κιόλας βρεθεί στον Υδροχόο – ανάθεμα,
Μία φορά κάθε εννιακόσια χρόνια, και έτυχε εν έτει 1345.
Αιμορραγεί η Σιένα∙ αιμορραγούν όλα∙ αιμορραγούν όλοι,
Ίσαμε την επαρχία του Τέρνι, και η Λιγουρία έχει γίνει κάτωχρη σαν πανί∙
Γι’ αυτό και βιάζομαι.
Ορίστε, βγάζουν περί τις δύο χιλιάδες fine sovereigns per head
Και θέλουν τη ζωή των ένδεκα χιλιάδων
Και τον στρατό των είκοσι χιλιάδων
Και γυναίκες με πεντακόσιες ογδόντα πένες, όταν ο εργάτης
Βγάζει τριακόσιες και κάτι τον μήνα.
Αλλά τα σπασμένα στους κοκκινολαίμηδες της Φρανκφούρτης
Θα τα πληρώσει ο εργάτης. Κι όλα αυτά θα καταλήξουν στην Πικαρδία,
Κουρτίνες και μπιχλιμπίδια. Πλην κάτι λίγων σε απανθρωπία…, συγνώμη…,
Σε φιλανθρωπία, κι ένα σεβαστό κεφάλαιο για πωλήσεις χρεών,
Για να λέει εκείνος ο ανάπηρος πως ξέχασε κάτι χιλιάδες πένες
Στο συρτάρι του, κι όταν το θυμήθηκε, ε, δε βαριέσαι.
Ω, για όνομα, μια ζωή φοβότανε πως θα πεθάνει από σκορβούτο∙
Δεν τον πείραξε ούτε η σύφιλη ούτε ο πυρετός, το σκορβούτο τον πείραξε
Και στο τέλος επέζησε από ένα ολόκληρο κανόνι
Για να ’ρχεται τώρα και να μας τα κάνει τόσα –με το συμπάθιο– εμάς εδώ.
Άι, να είχαμε έναν ηγέτη (όχι ολόκληρο∙ το κεφάλι του), άι,
Άι να μας άκουγε ο καλός Θεός, που όλους τούς ακούει
Και να περνούσαμε τις μέρες μας με κρασί και συμπαθητικές παρουσίες
Και τα παπούτσια μας του κυνηγιού κρεμασμένα πάντα με τρία δάχτυλα λάσπη
Πίσω απ’ την πόρτα του μαγεριού.
Εκείνο το σύμφυρμα των γυναικών που μελετούσε τ’ άστρα
Δεν προφήτεψε τίποτα για τίποτα;
Υπάρχουν πράγματα πολύ ιδιαίτερα – μιλώ για τα πράγματα που είναι μονάδες,
Δηλαδή ολότητες, κι αυτά τα πράγματα είναι ολότητες επειδή είναι τελειότητες
Και τελειότητες είναι, ως φαίνεται, επειδή φέρνουν και τα δυο: γέννες και θανάτους,
Κι η φωτιά είναι μια τέτοια τελειότητα∙ γίναμε άνθρωποι απ’ αυτήν την τελειότητα
Κι αν δεν υπήρχε αυτή η τελειότητα, δεν θα είχαμε δοκιμάσει ανθρώπους.
Θυμάστε εκείνον τον γεροξεκούτη που ’λεγε
Ότι οι αυτόχθονες του Ειρηνικού μιλούσαν ελληνικά;
Ε, λοιπόν, αυτό δεν τους απέτρεψε απ’ το να δοκιμάσουν ανθρώπους.
Ω στείρα, στείρα, άθλια στείρα· πάνω απ’ όλα είναι το Ιερό.
Ο Ioannes Saresberiensis, ο Μικρογιωάννης, natus εδώ mortuus εκεί
Και λοιπά και λοιπά, évêque de Chartres και λοιπά και λοιπά,
Ενάντια σε κάτι σκοταδιστές κορνιφικιανούς, ή όπως αλλιώς τους λέγανε,
Και πάνω απ’ όλα η λογική διατί forma essendi δεν σημαίνει
Ότι ο θεός μπορεί να είναι όλοι οι θεοί, ένας για τα δεντράκια, άλλος
Για τα λουλουδάκια, παράλλος για τα ρυάκια, παραπαράλλος για τα βουνάκια
Και τα παρελκόμενα. Όχι δα. Απλώς εκείνοι οι Εγγλέζοι, αντίθετα
Στην ιδιοσυγκρασία τους (τόσο αντίθετα σαν να κρατάς ένα υπέρβαρο ουίπετ
Κλεισμένο σ’ ένα διαμέρισμα στο Μπόλινγκμπροουκ Γκρόουβ),
Υπήρξαν πλατωνικότεροι του Πλάτωνος στα περί συμπάντων,
Γι’ αυτό και η Ιωάννα (the Quene): «Σκληροί γονείς, καλός διδάσκαλος∙
Προτέρημα είναι και τα δυο. Νά τι ’ναι η κόλαση: έρχομαι, φεύγω,
Ξαπλώνω, σηκώνομαι, προχωρώ, σταματώ, πίνω, τρώγω, αναπνέω,
Τραγουδάω, χορεύω, μιλώ, σιωπώ – όλα με χάρη, so perfectly
As God made the world, ειδάλλως είμαι ανάξια για δαύτους. Και ύστερα
Παράδεισος: η γνώση, η γνώση, η γνώση, πλάι στον δάσκαλό μου
Και τίποτ’ άλλο, ειδάλλως θλίψη, θλίψη, θλίψη και καημός.
Η γνώση, πιστέψτε με, η γνώση. Χωρίς εκείνον τον άγιον άνθρωπο
Απ’ το Νόρφολκ, θα είχα μόνο αυτό που λεν προγόνους· ενώ εγώ
Θα είχα εύκολα αυτό που κάποτε θα πούνε ικανότητες, όχι προγόνους,
Αν, εκτός από ικανή, δεν ήμουν καταδικασμένη να ’μαι επίσης
Γεννημένη». Ας σκεφτεί λοιπόν κανείς πως υπάρχουν χιλιάδες κόσμοι
Και χιλιάδες χιλιάδων, κινούνται σαν πομφόλυγες μες στο ρευστό άπειρό τους,
Αν θέλουμε να μιλήσουμε για κάτι ιδανικό – αλλιώς,
Θα ’πρεπε να ’ναι σαν κείνες τις ακίνητες φουσκάλες
Μέσα στις μαρμελάδες της κυράς που φτιάχνει τάρτες στην Ντέιμ στριτ.
Αλλά και κάποιος θα βρεθεί πάλι να πει: όποιος δεν έχει γέννηση ούτε θάνατο έχει
Κι ετούτη η επιστήμη δεν δύναται να εξηγήσει τον θεό
Επειδή είναι ο θεός εκείνος που δημιούργησε την επιστήμη
Και οι πανάκειες για τον αιμορραγικό πυρετό, τον ανατολίτικο
Κορωναϊό και την ανοσοανεπάρκεια θα πωλούνται με την οκά μιαν ημέρα.
Μα τώρα, άι, άι, ο Δίας κι ο Κρόνος απά’ στον Υδροχόο
Και τούτος ο κακόμοιρος πεθαίνει.
Κι όλα μέσα στο αίμα.
Κι όλα είναι μέσα στο αίμα.
Πλέκει ο ιδρώτας το μαλλί στη χούφτα του αυχένα του
Στο νοτισμένο επάνω μαξιλάρι·
Καθώς η μαύρη γλώσσα του Λανγκ Ντάρμα έρπει μια σκιά:
Το πανωφόρι του εκεί στο κρεμαστάρι. Νύχτα· λες κι η σιωπή μαργώνει
Τις οσμές, σαν από βία ακίνητες οι όψεις των πραγμάτων,
Ούτε τριγμός ούτε ένας ψίθυρος από χαρτί είτε ξύλο,
Ούτε ένα ίχνος γυναικείου χεριού στην άκρια μιας κλειστής κουρτίνας,
Και λίγο μόνο φως από φανάρι, υγρό μες στον αντίλαλο των δέντρων,
Ίσια ενάντιο, και σαν γλυμμένα τα κλαδιά δω στην καλοστρωμένη πλάκα,
Όταν σταυρώνει ο αέρας τη βελόνα του·
Νύχτα· το κλάμα του σκυλιού δεν προμηνύει… – το τίποτα·
Είναι απλώς το κλάμα ενός σκυλιού και είναι απλώς μια νύχτα.



Α.Κ.