[ventotto versi per la morte di Galileo]


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Ο θάνατος υπάρχει για την ύψιστη σοφία
Όχι επειδή την επιβεβαιώνει, αλλά επειδή την υπερβαίνει.
Κι αν η ύψιστη σοφία υπερβεί τον θάνατο,
Τότε και μόνο τότε είναι αυτό που είναι: ύψιστη σοφία.
Η επιστήμη όμως δεν είναι καθόλου έτσι∙ η επιστήμη
Υπάρχει για τους ζωντανούς. Γι’ αυτό και δεν έβρισκα λόγο
Να κάτσω να πεθάνω για την επιστήμη,
Γιατί δεν θα κατάφερνα τίποτε άλλο απ’ το ν’ αφήσω
Τα πράγματα στη μέση, είτε τα πράγματα
Να μ’ αφήσουν στην αρχή.
Δεν έβρισκα λόγο να κάτσω να καώ, να κρεμαστώ,
Να χάσω το κεφάλι μου – γιατί; Για να λένε για μένα
Οι φοιτητές της φιλοσοφίας πως πέθανα για τις ιδέες μου;
Είτε να κινάνε για μένα οι φοιτητές της νομικής
Να μ’ αθωώσουν καμιά χιλιάδα χρόνια αφότου
Θα ’χω τινάξει τα πέταλα, για να πουν πόσο δίκιο είχα εγώ
Και πόσο άδικο είχαν αυτοί που με σκότωσαν,
Λες κι εγώ δεν θα ’μουν νεκρός έτσι κι αλλιώς
Λες κι ο κόσμος δεν θα ’ξερε ήδη πολύ καλά πόσο δίκιο είχα.
Ο κόσμος δεν υπάρχει για την εξάσκηση των φοιτητών, που να πάρει.
Έτσι, λοιπόν, θα μπαστακωθώ κι εγώ εδώ πέρα
Μέχρι να τελειώσω αυτό που άρχισα
Ή μέχρι να με πάρει ο θάνατος των ζώων,
Τελειώσω δεν τελειώσω – κι αυτό
Δεν θα ’χει να κάνει ούτε με τις ιδέες ούτε με την επιστήμη.
Και τέλος πάντων, για να μην τα πολυλογώ:
Αν έτσι το θέλετε,
Μη σώσει και γυρίσει η καταραμένη.


Α.Κ.

[Μαεστά]


























Το βιβλίο κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης
έργο εξωφύλλου: Θάνος Γκιώνης

[...]


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
[Καταιγίδα: το κερασφόρο φίδι δεν ακούγεται που έρπει
Λάθος κακό οιωνό χρεώνουν στις βροντές οι χωρικοί.
Κείνο θα φάει το σουμάκι του, θα φύγει, μα στο φως
Του δέρματός του πάει πολύ κοντά ο χωρικός – σαν μύγα
Μα στο μέλι της ανάσας του πάει πολύ κοντά – σαν μύγα
Κι ας μην είναι το κερασφόρο φίδι καμι’ αράχνη, κανένα
Χαμερπές αρπαχτικό∙ ο κόσμος φτάνει που ’ναι ένας ιστός
Όπ’ απ’ το φάγωμά του τρέφεται το θύμα.]

Την όγδοη μέρα του μηνός των χρυσανθέμων
Dulce et decorum est pro patria mori
Σε ένα γράμμα στη μητέρα του κλεισμένο
Έναν μονάχα χρόνο προτού πέσει
Εν Τερνιέ τον μήνα των εγκύων∙ καταραμένο μήνα…
Εν Αβριό, έναν μονάχα χρόνο αφότου είχε πέσει –
Τρόπος του λέγειν – σε κείνονε τον μουχλιασμένο τόπο
Όπ’ ώς και τ’ όρνιο έτρωγε το όρνιο
Και οι αρρώστοι φτύναν’ για οικονομία μες στον Ρήνο∙
Λοιπόν, όχι για την πατρίδα του κανείς ως έχει
Αλλά για την πατρίδα του ως οφείλει να τη φτιάξει
Ως οφείλει να τη φτιάξει κι ώς εκεί όπου οφείλει να τη φτιάξει∙
Αυτή ’ν’ η αλήθεια. Κεφάλι ορφανό, γεμάτα χέρια.
Προδομένος από ποιον άραγε εδώ; Ποιος προδομένος, πώς;
«Des manifestants anti-fascistes sont torturés et malmenés
Dans les prisons grecques»
A N T I – F A S C I S T E S
T O R T U R E S
M A L M E N E S
D A N S   L E S   P R I S O N S
Και ύστερα:
Τις πρώτες πρωινές ώρες
Η συνοικία της Τρούμπας επλήγη
Από τον τυφώνα, κατηγορίας 1, των ελληνοχριστιανικών ηθών,
Από τον τυφώνα, κατηγορίας 2, των γραφείων των ναυτιλιακών εταιρειών,
Από τον τυφώνα, κατηγορίας 3, των λόμπι,
Από τον τυφώνα, κατηγορίας 4, των μπόις,
Από τον τυφώνα, κατηγορίας 5, εκείνων των εξαισίων προσωρινών κατοικιών
Με εγκατεστημένο σύστημα φυσικών λασποθεραπειών
Και άλλων ιαματικών παροχών, βασισμένων εξολοκλήρου
Στην φιλικήν προς το περιβάλλον ανακύκλωσην των σωματικών αποβολών
Les soldats sont pleins de joie
Le soleil brille pour l’État
Εδώ; Τ’ αψιά αγριοστάφυλα στο χρώμα του μπρούτζου,
Τα ρόδια στο χρώμα του ροδιού
Και τα νεύματα των κοριτσιών μες στα μετάξινα κουκούλια τους
Όταν απαγορεύτηκαν οι γοργόνες για τ’ ακρόπρωρα –
Εκείνες οι αισχρές, ανίερες μορφές
Που ’καναν τις διπλές ψυχές στη θάλασσα να πέφτουν
Κι οι τίμιοι απαρνιόντουσαν τα σπίτια τους
Κι έσπερναν σπόρους άτιμους σε τόπους ξένων.
Μα θα ’πρεπε, μα θα ’πρεπε, τ’ ομολογώ –
Αχ και να βλέπατε απ’ το ξάγναντο, κείνη τη μέρα,
Τη μαύρη – κι όμως: ήλιος μετάλλινος διαλύεται στην πάχνη
Δεμάτια οι αλεπούδες μες στα θάμνα
Κι ο γερακάρης: «Τι κρίμα να βλέπεις νεκρό ένα ζώο τόσ’ όμορφο.
Μα δύσκολο να σου ξηγήσω πόσο σημαντικό είναι για τον πολιτισμό μας.
Θεέ μου, τι κυνήγι!». Ώστε, τραγουδώντας ύστερα τα τραγούδια του λαιμού,
Γλυκάθηκ’ ώς και το στεγνό κουφάρι.
Ω mon pauvre, καημένε, δεν έχομε καμιάν ελπίδα.
Βλέπεις, ένας μέσα στους τόσους, και λοιπά και λοιπά, χάσαμε το στέμμα.
Όλοι εκείνοι οι μοσχαναθρεμμένοι, και λοιπά και λοιπά.
Από τ’ αδέρφια του όλα τελευταίος∙ κι έμεινε με κεφάλι αδειανό∙
Κι αν πέτυχε δυο τρία πράματα, μα την πίστη μου, κείνη τη μέρα
Ηττήθηκε, όπως σπανίζει ένας άνδρας να ηττάται.
Για συλλογίσου λίγο αυτό: δε δούλεψε στη ζωή του ούτε μια μέρα
Κανείς απ’ όλους τους δαύτους δε δουλεύει
Πού να καταλαβαίνουν τι θα πει βραδινή βάρδια, που βγάζει μέχρι
Και σαράντα επτά ουγγιές χρυσάφι – καλύτερο απ’ όσο μπορούσε κανείς
Να περιμένει∙ για συλλογίσου λίγο αυτό: ας πούμε τριάντα εννιά ουγκιές
Είναι ενώπιου σ’ ενώπιο μαντεψιά, κάποιου που ντρέπεται να πει
Πόσο πιστεύει αλήθεια, ενώ στα μέσα του θαρρεί πως είναι φρόνιμο
Να περιμένεις το χειρότερο, για να πέσεις σαν πέταλο στο κακό
Και σαν πούπουλο στο καλό, λέει, παρ’ όλα αυτά λοιπόν, τριάντα εννιά,
Ενώ θα μπορούσε να εννοεί και τριάντα, είκοσι πέντε, δεκαεννιά, μη γένοιτο,
Ουγκιές χρυσάφι – προτού να πέσει χιόνι∙ καθώς ραγίζοντας οι βάρκες το ποτάμι,
Ετούτες οι πληγές στον πάγο επάνω μοιάζουν με κερί σταγμένο
Σ’ άσπρη σάρκα. Ετούτα έχουν κάποια αξία∙
Μ’ α δεν μπορεί ο λαός, α δεν μπορεί κι ο βασιλιάς,
Ποιος περιμένετε θα φτιάξει δρόμους;
Μακριά. Μακριά. Μακριά. Κι όμως στον ίδιο τόπο, ύστερα.
Παλατινάτο γιοκ. Μόνο βουνά, βουνά, βουνά,
Βογκώντας σαν άγιοι μ’ εκκρεμή αφιερώματα – στον τάφο ή σ’ όνειρα –
Τα σύννεφα χαμογέλαγαν σ’ εμάς – σαρδόνια∙ κι έσβηναν πίσω
Προς το ράμφος της νυχτός. Τόσα σημάδια άραγε δεν άρκεσαν;
Ανάθεμα κι αν θυμάστε αυτά που λέω, μα τέλος πάντων.
Έχουμε να κάνουμε με θάνατο. Είν’ εύκολο, ας πούμε, νά,
Μετανοήστε, κι α δεν προλάβετε, ενθυμούμεθα καλώς, θαρρώ,
Εκείνο το λατινικό –ή ελληνικό, ξαναθαρρώ, δεν ξέρω αν έχει
Σημασία – ρητό, που λέει κάτι για «μόνο καλά λόγια» και νεκρούς.
Να το πείτε αυτό στα παιδάκια σας και στα εγγονάκια σας
Και σ’ ό,τι άλλο έχετε, μ’ αυτόν τον τρόπο μεγαλώστε τις γενιές σας,
Λέγοντας: «Εξουσιάζετε τον θάνατον ωσάν να είχατε την επιλογήν του∙
Τούτον οφείλει να περιμένει κανείς ώστε να κάνει τα κουμάντα του
Για μία άδικη, άδικη, άδικη ζωή, όπου συχνά, σε σημείο παρεξηγήσεως,
Δεν κατανοούμε ποτέ τας βαθυτέρας αξίας των πραγμάτων
Κι υπάρχει μια τέτοια σύγχυσις με τα ιερά του καθενού – διατί εις ένα
Τέτοιον εκφυλισμένον, τέτοιον παρακμάζον κράτος καθένας έχει τα δικά του –
Που πλειστάκις περιερχόμεθα εις έριδας ματαίους
Μ’ αυτές τις υστερίες που πιάνουν κάπου κάπου μερικούς μερικούς,
Ενώ θα μπορούσαμε να ήμασταν μονοιασμένοι
Εις την πατρίδαν μας με τας οικογενειούλας μας και με την θρησκείαν μας.
Αλλά τους άριστους πρώτα λυγίζει η αδικία.
Γι’ αυτό, ακόμη κι εάν το πόπολο πεισθεί πως οι άδικοι είσθε σεις,
Να μείνετε ήσυχοι, τι με τον θάνατον ιατρεύονται όλα.
Να δείτε που θα είναι κατάπτυστος όποιος τολμήσει να σας κρίνει
Άμα τη αποδημήσει σας, να δείτε που ακόμη κι οι πιο τολμηροί,
Ανίσχυροι ενώπιον της προαναφερθείσας συγχύσεως,
Θα διστάσουν να σας ευχηθούν, παραδείγματος χάριν, να μην λιώσετε,
Μη γνωρίζοντας γαρ για πόσους, έτσι άλιωτοι, θα είσθε καταραμένοι
Και για πόσους άγιοι». Κι ήταν, μα την πίστη μου,
Ένας καλόγερος μ’ αυτήν την ξύλινη γαβάθα του, μ’ αυτήν την ξύλινη
Κουτάλα του, και τρώγανε τα μάτια του χειρότερα απ’ το στόμα
Και μου ’ρθε στον νου ο Άγιός μας:
Απ’ το μερίδιο της ασχήμιας εκτιμάται το σύνολο της ομορφιάς
Κι ύστερα: κείνο το φίνο σκοτσέζικο Γκλενφάρκλας, παρτίδα δεκαοκτώ,
Να Γκέλταχ, εν σωτηρίω ’89, και Γλασκώβη μέχρι την τελευταία πέτρα
Στο κάτω Λάναρκσιρ – Λάναρκσαϊρ για τους νεότερους,
Λάναρξα’ για τους γεροντότερους –
Ora pro nobis, ora pro nobis∙ έτσι κάπως αξίζει να πεθάνεις
Με μια μεγάλη δόση κάλιο, ντουγρού στο γαίμα.
Με τούτα και με κείνα, όλος ο κόσμος χαιρόταν. Γιατί; –
[…] Τασκένδη […] μεταξύ των θυμάτων […] δεν του επέτρεψαν να πάει
Στην κηδεία […] Μόνο με λόγο πύρινο σε κάποια εφημερίδα,
Εγώ δεν έχω δουλειά μ’ αυτό το Κόμμα, που ’ν’ έτσι, που ’ν’ αλλιώς […]
Κι έχασε το χρώμα της, σαν κείνον που τρομάζει, σαν κείνον που πεθαίνει,
Σαν ρόδο που τσακίζουνε για τ’ άρωμά του –
Εγώ μια φορά δεν ήξερα. Εκείνη την ερέθιζε κατιτίς ολημέρα
Και κρεμάστηκε στη βεράντα από νωρίς
Και τάιζε μπακαλιάρο τα περιστέρια – λύσσα μπακαλιάρο –
Και έλεγε: «Αυτά τα διαβολεμένα πουλιά τρώνε τα πάντα
Τους είχα πετάξει και κρέας και το φάγανε. Αν δεν το φάνε αυτό,
Υπάρχει ελπίδα». Υπήρξε ελπίδα. Για μια στιγμή, υπήρξε ελπίδα.
Για μια στιγμή κείνη τη μέρα. Για μια στιγμή κείνη τη ζήση,
Υπήρξε ελπίδα. Αλλ’ όταν κίνησα τα ζωντανά για να ποτίσω,
Μου ξεφούρνισε κάτι σαν:
«Τι να είπε ο Δαρβίνος για τούτα τα διαβολεμένα κουνέλια;»
Και μου ’ρθε να τήνε δώσω μια στο λαιμό να σπάσει, μα την πίστη μου.
Όμως δεν το ’κανα. Ήμουν θλιμμένος.
Την τέχνη είχα χάσει να διηγούμαι.
Et l’aveugle dit : si je ne crois pas qu’un acte est faux, alors, ce n’est pas faux
Διά τούτο, λοιπόν
Comme tous les cochons, la viande d’un traître est délicieux mais malsaine.
Αρνήθηκα, αρνήθηκα τα ιερά μου να προδώσω
Που να μη βρίσκετε λιωμό, εσείς και τα σιρίτια σας,
Τυράννοι         
Γιοι της σκύλας.
Μα ύστερα:
«…NO SON HIJOS NUESTROS»
 Las Putas

[Μίλησα όλες τις γλώσσες, Πατισάχ, άκουσα σ’ όλα τα ονόματα.
Με τρομάζει να είμαι εγώ και ο Μαγνούν και η Λεϊλά μου.
Δείξε μου έλεος και κόψε με στα δυο.]

Δεν νομίζετε πως είναι κομματάκι θλιβερό
Τη γενιά της Κρονστάνδης να τη διαδέχεται
Η γενιά της Ουτρέχτης;
Τον τόπο γυροφέρνοντας χωρίς σκοπό, μετρώντας βήματα,
Μετρώντας μπουκιές, ξαφνικά τίποτα πια δεν είναι αρκετό
Υπάρχει μόνο τούτος ο τόπος, όπ’ ώς και τ’ όρνιο τρώει τ’ όρνιο
Παρατείνοντας τη πιο σωστή ζωή που είχε δει ποτέ της η ιστορία∙
Μες στους εκφυλισμένους απ’ όζαινα, τους σημαδεμένους από λέπρα
Τους χωλούς από γεννησιμιού τους, τους μισότυφλους
Από τα παράσιτα των ποταμών, τους φυματικούς
Από τις οσμές των μεταλλευμάτων, τους ξεπεσμένους
Σαν τα μαυρισμένα λιοντάρια του Γκμπαντολίτ,
Ήτανε, μα την πίστη μου, ένα σκέτο πετσί, τόσο πετσί
Π’ ώς και το κόκαλο είχε γίνει πετσί,
Και μιλούσε κάτι κυριλλοειδές, τσουβασικά ή καβαρδικά –
Όχι, τώρα που το σκέφτομαι, ήταν σίγουρα καβαρδικά –
Κι έλεγε για τον Σοσρίκε, που πήρε τη φωτιά από τον γίγαντα,
Και, καρφωμένη στο σπαθί του, την πήγε πίσω στους ανθρώπους,
Ενώ η μάνα του, η Σατανέι, όχι με τον πόλεμο μα με την ειρήνη της,
Τους έδωσε το νερό… όχι, τους έμαθε το νερό – που δεν είχε κλαπεί
Ποτέ από κανέναν – μόνο και μόνο βλέποντας τι κάνει η βροχή
Σ’ ένα μπουμπούκι από του Κουμπάν τις όχθες. Τον παραδέχτηκα∙
Κάποιος του ’παιξε μια σβερκιά, και καθώς έκανε να χαμογελάσει,
Είδα πως τα δόντια του ήταν χειρότερα από την πέτσα του, επόμενο
Ν’ αναρωτηθείς, τι ’ναι καλύτερο; Να σε πνίξουν ή να σε κάψουν;
Στο χωριό μου λέμε μια παροιμία γι’ αυτό: «Άμα σου μέλλει
Να πνιγείς, ποτέ σου δεν πεθαίνεις». Οπότε καλύτερα να σε πνίξουν,
Μ’ εκείνον τον ειρηνοφόρο πνιγμό του ανθρώπου που κινεί
Να κάνει τη διαθήκη του – σαν να ξεριζώνεις αυτό που τη ρίζα του
Πρέπει να την τραβάς για να βαθύνει – ή του πατέρα του ν’ ανακαλύψει
Τα ποιήματα, μες στα συρτάρια που σκουραίνει η καμφορά.
Από την άλλη, μια τοσκανίτικη παροιμία λέει:
Si batte la sella per non battere il cavallo. Μάλλον.
Αφού ο Σεβερίνο ντι Τζιοβάνι, κατά λεγόμενά του,
Πιότερο μοιάζει του Τολστόι παρά του Ραβασόλ
Και μητρικά τα όπλα κλαίν’ στον θρίαμβό τους
Κι ο δημοκράτης απ’ τη νίκη του πονά
Πάν’ των ωραίων της Άνδριας οι προίκες
Πάν’, πάν’, και τα ταψιά με τα φρούτα
Έξω απ’ τα σαπουνάδικα, που τα ξεραίνει ο ήλιος,
Και τα σακιά με το κριθάρι πίσω απ’ τα καφενεία,
Μόνο του βασιλιά το βάσανο δεν πάει,
Π’ αυτοστιγμεί το σπέρμα του γινόταν φίδια και σκορπιοί∙
Αγόρια και κορίτσια τού πεθαίναν’.
Μα ξέρω, είναι καλύτερα, γιατί είναι η γη μας
Για χάρη της δικαιοσύνης, αυτό είν’ ολάκερη η ζωή:
Το αναγκαίο κακό. Μια φορά το τραγούδι τραγουδιέται.
Μα, ευτυχώς, χαζοί δεν είμαστε. Μόνο οι χαζοί
Δε λεν πως η ειρήνη είναι καλή. Μόνο οι χαζοί
Δε θα ’θελαν να ζούνε τη ζωή.
Γι’ αυτό, μες οπουδήποτε, στη μήτρα και στη γη,
Ειρηνικός όποιος με λύσσα πολεμάει∙
Tous les bourgeois goûteront de la bombe !
Και κατέφτασε – στη γλώσσα του ντουγκοάν και πουτικάν –
Άπλωσε την ελεεινή του αρίδα κι ετοιμάστηκε να φάει
Μ’ έναν βρομόχνοτο χωριάτη – ο θεός να τον έκανε
Σιδηρουργό, να μην τον πιάνει δηλαδή η λέπρα κι η πανούκλα,
Που ’ξερε όμως ν’ αποφυλλίζει τον ψευδάργυρο,
Να κόβει σ’ έδρες τα πολύτιμα πετράδια
Και να στρώνει κάτι ποδόφρενα κομψά σαν κύκνους –,
Μα κάναν’ όμως ένα δείπνο ιστορικό
Με άσπρα σύκα, αχιβάδες, ξιδερά
Και κρασί – δώρο απ’ τον κόμη Φροντινιάν –, πολλές οκάδες…
Φίλε μου, ορκίζομαι για χάρη σας να κάνω αυτούς τους δρόμους
Είτε ένα απέραντο ουρητήριο, είτε ένα απέραντο πτυελοδοχείο,
Είτε και τα δυο μαζί, κατά τη διάθεσή σας.
Καταραμένοι! Θυμηθείτε, εν έτει σωτηρίω ’86,
Τι είπε εκείνος ο κρεβατωμένος Ισπανός:
«Η ΠΟΔΑΓΡΑ ΕΙΝΑΙ ΧΡΥΣΟΣ».
Κι όταν ο Γκαριμπάλντι έμπαινε στη Νάπολη                        
Με άμαξα ολάνοιχτη σαν άρμα
Πέφταμε χαμέ και βγάζαμε
Απ’ τ’ άντερα –αλλ’ ανάποδα, απ’ την καλή–
Όληνα τη χορτόσουπα που ’χαμε ώς τότε φάει
Κι αυτοί νομίζαν’ ότι ευχαριστούσαμε τον Κύριο,
Ότι φιλούσαμε τη γης, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο.
Αλλά το ίδιο κάνει, μα την πίστη μου.
Ποτέ ξανά χορτόσουπα, για χάρη κανενός.
Τα ίδια επιθυμούμε και δι’ υμάς και λοιπά και λοιπά.
Θυμηθείτε, θυμηθείτε πως είναι η ελευθερία
Είναι η μαρτυρία της ελευθερίας μέσα σας.
Τραγούδι συ των τίμιων, τραγούδα σε παρακαλώ, τραγούδα πάλι.
Μη σ’ αποσπούνε οι στριγκές, φιλήσυχες φωνές,
«Πιστεύω πως πρέπει να ’χετε
Είτε έναν καλό βασιλιά, είτε μια καλή συνείδηση
Αν έχετε μια καλή συνείδηση, άνθρωπο δεν χρειάζεστε
Πάνω απ’ τα κεφάλια σας∙ όλα θα λειτουργάνε ρολόι
Και θα λύνετε τις διαφορές σας με λογική μεταξύ σας.
Μ’ αν δεν μπορείτε, βρείτε έναν καλό βασιλιά
Έναν βασιλιά ξύπνιο. Ένας ξύπνιος βασιλιάς τουλάχιστον
Ξέρει πως για να μείνει στη θέση του πρέπει να ταΐζει τον λαό του
Γιατί όποτε ο άνθρωπος ξεσηκώθηκε, ενάντια
Σ’ έναν ξεσηκώθηκε∙ για δεν υπάρχει πιο εύκολο
Απ’ το να βλέπεις τα κακά του ενός. Αλλά, προς θεού,
Μην έχετε δημοκρατία∙ γιατί όταν όλα λειτουργάνε
Ρολόι δεν θα ’χετε πρόβλημα, αλλά, όταν το πράγμα
Στραβώσει, σε ποιον ενάντια θα ξεσηκωθείτε;
Γι’ αυτό λοιπόν, είτε μοναρχία είτε αναρχία,
Όπως νομίζετε. Και να είστε σίγουροι για τον εαυτό σας
Πως θα τα πάει πρίμα στην απειλή του ενός
Αρκεί ποτέ αυτός ο εαυτός να μη συναπαντήσει τον εαυτό του».
Αχού, αχού τα λασπερά κεφάλια τους
Λαιμά κομμένα και γεμάτοι οι ποταμοί, σεντόνια άπλυτα,
Χαμένες οι παρθένες, κι οι γάτοι φαγωμένοι, ωμοί νεκροί,  
Μπαγιάτικο συκώτι σε κοιλιά ανοιχτή∙
Εμάς ποιος θα μας βγάλει από το λούκι;
Ή ήρωας μ’ αρχίδια, ή αρχίδια ήρωας.
Για πόσο ακόμα; Ρωτώ στ’ αλήθεια, για πόσο ακόμα;
Τραγούδι συ των ζωντανών, κάν’ το λιανό πια στους κυρίους σου
Πες πως ο πόλεμος είναι κερδισμένος. Πες πως ποτίσανε
Τα χώματα δικούς μας. Πες πως η σάρκα μας τάισε
Τις πατάτες τους και τα μαρούλια τους, το χορτάρι
Που βοσκάνε τα ζώα τους, πες πως ο τάφος τους
Μες στο δικό μας χώμα θα σκαφτεί, να τους βρομάει
Πόλεμος ώς την αιωνιότητα. Dura lex, sed lex.


Α.Κ.
(Απόσπασμα από τις "Σιγκιρίγες για τον Ταύρο του Τερουέλ")