ΓΙΟΣΙΓΙΟΥΚΙ ΚΑΒΑΜΟΤΟ (1897-1933)


 
 
 
Ανάμεσα σε ουρανό και γη,
ω! κραυγάζω αποτρόπαιη κραυγή·
αγέρας πιάνει στα μέσα των ανθρώπων,
νέφη περιμαζώνονται στις βουνοκορφές,
της μοίρας και της άμμου ο στρόβιλος στο αίμα
το ουρλιαχτό της αιώνιας ψυχής –
πλανιέται πάνω από τα δάση,
απ’ των κοιλάδων το ναδίρ,
από την παγωμένη γαία,
πέρα απ’ τα χιονισμένα όρη·
ω! χιμάει η αθάνατη κραυγή.

 
μτφρ. Α.Κ.

 

 

空と地との間に

ああ陰惨なる叫び聲をあげて

人間の魂を吹きめくる風

高原の薄暗き雲のたたづまひに

運命と血の砂ぼこりと

永遠なる魂の叫聲とは

かなたの空林を飛び越え

底知れぬ谷間へ

淋しき氷の地面へ

雪に埋れたるアルプスを越えて

ああ、絶えざる叫聲き疾走する。

 

河本緑石

[sua cuique persona]


Domenico Veneziano - Adoration of the Magi (detail) c. 1440-43
Περίμενα να νιώσω μια τέτοια ανία στη σκέψη πως έχω μπροστά μου ένα τετράωρο ταξίδι, που θα ’πρεπε να πέσω με τα μούτρα στο εκίμπεν μου, να τα κατεβάσω όλα μονοκοπανιά και να περάσω όλη την υπόλοιπη ώρα σε κωματώδη κατάσταση, προσπαθώντας να λύσω τα υπαρξιακά μου ερωτήματα, με πρώτο και κύριο γιατί τρώω τόσο πολύ και μάλιστα χωρίς να μασάω, αφού το στομάχι μου δεν αντέχει, γιατί είμαι τόσο λαίμαργος, γιατί δεν έχω καθόλου μυαλό μες στο κεφάλι μου πια. Όμως δεν είχα όρεξη για τίποτα. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ένας πίνακας του Ντομένικο Βενετσιάνο, η Προσκύνηση των Μάγων, εκεί όπου κάπου στην αριστερή ακρούλα είναι ζωγραφισμένο το άσπρο άλογο με τον μεγαλύτερο άσπρο αλογίσιο κώλο όλων των εποχών. Μιλάμε για έναν κώλο σαν της αγελάδας, που μόνο η ουρά το εναρμονίζει με την πλούσια τάξη ολόγυρά του, μ’ αυτό το τόσο αριστοκρατικό, τόσο ακριβές πλέξιμο, που όχι μόνο του προσδίδει αίγλη, αλλά και καταφέρνει, παρά την ισχνότητα του μαλλιού, να κρύψει τέλεια την κωλοτρυπίδα του, που αν φαινόταν και αυτή μέσα σ’ όλα, θα είχαμε να κάνουμε με μια εξαιρετικά αμήχανη κατάσταση, μολονότι οι κωλοτρυπίδες των αλόγων έχουν μια όψη πιο φυσική ακόμη κι από εκείνη των γατιών ή των μαϊμούδων.

Στην πρώτη στάση που κάναμε, παρατήρησα δυο σπουργίτια πάνω σ’ έναν σιδερένιο φράχτη στον σταθμό, που κάθε τόσο έφευγαν, κυνηγώντας το ένα το άλλο, κι επέστρεφαν φτεροκοπώντας όποτε ένα τρίτο, οπωσδήποτε ανεπιθύμητο, έμπαινε ανάμεσά τους. Σκέφτομαι τα δυο μάτια που τα κοιτάζουν. Όχι. Φαντάζομαι το είδωλό μου να στέκεται δίπλα μου και να κοιτάζει τα μάτια ενός κτήνους που έχει την επιλογή να μην είναι κτήνος. Κι αν ακόμη μπορεί να πιάσει αυτά τα δυο όμορφα μικρά πουλιά, να τα πνίξει, να τα γδάρει και να τα φάει, δεν νιώθει καμία ανάγκη να το κάνει. Ίσως επειδή είναι πολύ μακριά του για να μπει στο λούκι να σηκωθεί να τα πιάσει.

Ξεκινήσαμε πάλι, πηγαίναμε προς τον επόμενο σταθμό, όπου θα κάναμε άλλη μια στάση κι έτσι θα πήγαινε μέχρι να φτάσω κι εγώ στη δική μου. Σε κάθε σταθμό θα ’βλεπα τα μπουλούκια να μπαινοβγαίνουν, χλωμά μπουλούκια ανθρώπων με τούφες από τα λεπτά μαύρα μαλλιά τους να τους μπαίνουν μπροστά στα μάτια απ’ αυτήν την αλλόκοτη κίνηση φούριας και ματαιότητας που τους υποδεικνύει πώς να σέρνουν τα πόδια τους από το ένα μέρος στο άλλο ώστε να μην μένουν στάσιμοι, αλλά να μην κατασκοτώνονται κιόλας. Αυτές οι ράτσες σκέφτονται σε μια διάφορη γλώσσα, μια γλώσσα που, όποια κι αν είναι, είναι ξένη, έτσι που στο δικό μου μυαλό να μοιάζουν σαν να μην σκέφτονται καθόλου, σαν να μην έχουν σκέψη. Κι όμως, σίγουρα έχουν σκέψη, απλώς είναι μια σκέψη που συμβαίνει στη δική τους γλώσσα. Και μπορεί να σκέφτονται πράγματα πολύ ζωντανά, καθημερινά πράγματα, τα παιδιά τους, τα σκυλιά τους, τους μεγάλους ποιητές της χώρας τους, την εκμάθηση της μουσικής, ένα τάμα σε κάποιον θεό ή το περίσσευμα του μηνιάτικου για την αγορά ρούχων. Κι αν οι γλώσσες μας είναι διαφορετικές, εκείνοι δεν είναι λιγότερο υποψιασμένοι από μένα, δεν είναι λιγότερο πονηροί από μένα, κι αν εμένα μου φαίνεται πως είναι μια ράτσα ανθρώπων που δεν έχει σκέψη επειδή δεν βλέπω στα μάτια τους τη σπίθα της ίδιας γλώσσας, ακριβώς το ίδιο θα φαίνεται και σε κείνους για μένα.

Το τρένο πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε. Περνούσαμε από λιακάδες κι από βροχές, από τα πυκνοκατοικημένα κέντρα και τα ξεροχώραφα, από γέφυρες με θέα κάποιο προάστιο που όσο το κοιτούσα μου θύμιζε όλο και πιο πολύ τη Ναγκόγια, που κάθε κομμάτι της είναι χωρισμένο στα δυο, από τη μια με τις σύγχρονες κατοικίες της κι από την άλλη με τις παλιές γειτονιές, όπου τα μόνα χρώματα που υπάρχουν σ’ αυτήν εκτός από το γκρίζο και το μπρούτζινο των δρόμων και των εγκαταλελειμμένων βιοτεχνιών είναι συσσωρευμένα στα φουσκωτά παιχνίδια που κρέμονται με μανταλάκια πάνω από τα φτωχομάγαζα, για να προσελκύσουν τα πιτσιρίκια που βγαίνουν για ποδήλατο από τις στοές μέχρι το τέλος της συνοικίας τους, απ’ όπου ξεκινούν οι αναβαθμισμένες γειτονιές με τις μονοκατοικίες.

Δεν ήξερα αν όλο αυτό ήταν μια αδιάκοπη κίνηση, αφού ο ένας σταθμός δίνει τη θέση του στον άλλον, ή μια αδιάκοπη στασιμότητα, αφού η κίνηση αυτή δεν παύει να είναι μια κίνηση μεταξύ στάσεων. Η Ομορφιά ελκύεται από την ιδέα της στάσης∙ μέσα στα ίδια αυτά μάτια που συλλαμβάνουν χιλιάδες πιθαμές τόπων, χιλιάδες εκφράσεις προσώπων, χιλιάδες συσπάσεις ανθρώπινων φωνών και βρομιές πάνω σε δέρματα αδέσποτων ζώων συντελείται η παράνοια που μεταμορφώνει τα ζωντανά πλάσματα έτσι ώστε να τα προσαρμόσει στον κάθε χώρο, ανάλογα με το αν πρόκειται για χώρο στάσης ή κίνησης. Τα καφέ, τα εστιατόρια, οι πλατείες, ακόμη και τα μαγαζιά είναι γεμάτα από πλάσματα που, όσο λίγο ή πολύ κι αν ανταποκρίνονται στην αισθητική καθενός, η στασιμότητά τους τα κάνει όμορφα, σχεδόν οικεία. Η ασχήμια, όμως, προσκολλάται στην κίνηση: οι δρόμοι, τα λεωφορεία, τα τρένα ναι μεν μαζεύουνε πλάσματα, αλλά δεν καταφέρνουν να τα κρατήσουν παρά για λίγα λεπτά, κατά την κίνηση καθένας είναι παροδικός, καθετί είναι παροδικό, ολότελα ξένο και, εντέλει, άσχημο. Η φρίκη ενός βαγονιού βρίσκεται στην αμηχανία των άκρων που τραντάζονται, των ιδρωμένων μυτών, των αχτένιστων μαλλιών, των σάπιων χεριών, ποδιών, δερμάτων, στις πλαδαρές σάρκες, στα κόκαλα, στα μάτια που δεν έχουν πού να σταθούν. Όλοι οι άνθρωποι είναι άμοιροι μπροστά στην αίσθηση των μετάλλων. Αλλά, μέσα στην όλη δύσκολη κατάσταση του κινούμενου βαγονιού, υπάρχει κάτι που κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν οικεία μεταξύ τους, σαν συγγενείς, που μπορεί να συμπαθεί ο ένας τον άλλον, να τον ανέχεται ή να τον σιχαίνεται, χωρίς όμως η σχέση να σπάζει.

Απέναντί μου κάθεται ένας στραβοχυμένος τύπος, λευκός, ξανθωπός, με μεγάλη πλάτη και ευρύ, χωριάτικο κώλο, σαν το άλογο του Βενετού. Ο λαιμός του είναι χωμένος ανάμεσα στους ώμους, το κεφάλι γυρίζει όποτε επιθυμούν να γυρίσουν τα μάτια. Τα μάτια αυτά, που κοιτάζουν μονάχα σ’ ευθείες, σαν του αλόγου, συσπώνται χωρίς ν’ αγγίζουν τα βλέφαρα, σημάδι πως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καθόλου σκέψεις. Το παντελόνι του είναι διάστικτο από μπογιά τοίχου, ενώ η περιβολή του κατά τα άλλα απαρτίζεται από μια χοντρή γκρίζα μπλούζα, παλιά αθλητικά παπούτσια και μια σχολική τσάντα, που μοιάζει άδεια. Έχει τεράστια, σκαμμένη μύτη κι όλη του η όψη μοιάζει κάπως χαρακωμένη, τόσο που δείχνει μεγαλύτερος στην ηλικία απ’ όσο είναι. Αυτή του η στάση, με τον λαιμό του χωμένο ανάμεσα στους ώμους και τα μάτια του σαν του αλόγου, καθώς και με τα γιγάντια πόδια του ανοιχτά, αφημένα όπως όπως στη σιγουριά του καθίσματός τους, φωνάζουν από μακριά: ο άνθρωπος αυτός δουλεύει. Ο άνθρωπος δουλεύει. Ναι, η μεγάλη στάση στην Ιστορία: ο άνθρωπος δουλεύει. Ο άνθρωπος δουλεύει. Κι αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος, που δουλεύει, δείχνει τόσο κουρασμένος, τόσο σπαταλημένος, κι από την ώρα εκείνη κι από τη μέρα εκείνη κι από την εβδομάδα του όλη κι από την ζωή του όλη, όπου το τίποτα κινείται μπρος πίσω και πάλι μπρος και πάλι πίσω. Ο άνθρωπος δουλεύει, μπαίνει στο τρένο να γυρίσει στο σπίτι του και δεν είναι ικανός πια να σκεφτεί τίποτα παρεκτός το κέλευσμα του ενστίκτου που του υποδεικνύει σε ποια στάση πρέπει να κατέβει για να πάει στο σπίτι του, αν και βαριέται τόσο που θα ευχόταν το σπίτι του να ήταν χτισμένο ακριβώς απέναντι από το τέρμα της διαδρομής, ώστε να μπορεί να κερδίσει λίγη ακόμη ώρα καθισμένος στη θέση του, όπου δεν χρειάζεται να κινείται, να γίνεται αντιληπτός από την πλάση. Όταν ο άνθρωπος κατεβαίνει στη στάση του έτσι σκέφτομαι: πηγαίνει σπίτι του; Ναι, το πιθανότερο. Ζει με άλλους; Ζει μονάχος; Με τους γονείς του ή με τα παιδιά του; Μήπως έχει σκύλο, γάτα, χρυσόψαρα; Κι είναι άραγε η κούραση που τον έχει κάνει έτσι, η ατμόσφαιρα του απομεσήμερου, ή είναι πάντοτε έτσι, μ’ αυτά τα τρομερά μάτια, μ’ αυτήν την τρομερή μύτη; Ιδού ο άνθρωπος που δουλεύει. Αναλώσιμος, εκφυλισμένος στο πνεύμα και στο σώμα. Εκφυλισμένο γένος. Τώρα τον κοιτάζω, άραγε αντιλαμβάνεται ότι τον κοιτάζω; Άραγε αντιλαμβάνεται ότι τα σκέφτομαι όλα αυτά; Υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα που παρατηρούνται και ίσως να λέγονται ή να γράφονται ύστερα. Όσα απ’ αυτά τα πράγματα είναι ζωντανά, άραγε έχουν καμιά πιθανότητα ν’ αντιληφθούν ότι μετατρέπονται σε κάτι πέρα απ’ αυτό που είναι; Με φαντάζομαι να κάθομαι στην άδεια θέση δίπλα του και να του ψιθυρίζω: «Τι ψηφίζετε, κύριε;». Εκείνος θα με κοιτούσε απορημένος. Εγώ θα συνέχιζα: «Να ψηφίζετε ό,τι θέλετε, κύριε, έχετε πολλές επιλογές, οι καιροί βοηθάνε σ’ αυτό, αλλά μην ξεχνάτε από πού προέρχεστε, μην ξεχνάτε ότι οι πλευρές είναι δύο κι εσείς πρέπει να διαλέξετε τη μία. Διαλέξτε σωστά». Και ίσως να το συνέχιζα. Είσαι εργάτης, μην ξεχνάς πως είσαι εργάτης, κάνε επιτέλους αυτό που πρέπει. Εμείς είμαστε εδώ για σένα. Εμείς είμαστε εδώ για τους Εκφυλισμένους. Εμείς είμαστε οι Εκφυλισμένοι. Αν πιστεύαμε πραγματικά στην Επανάσταση, το πρώτο μας μέλημα θα ήταν να προστατέψουμε εκείνους που δεν μπορούν να επαναστατήσουν. Σταθείτε εδώ, σ’ εμάς, στην αγκαλιά μας. Αυτό είναι πίστη, και δεν έχετε τίποτα πέρα απ’ αυτό.



Α.Κ.
Ο Αποκεφαλιστής (απόσπασμα)

[ασματική ακολουθία]


Πάνω στο κομό υπήρχε ένα παλιό serímetro, μεταξόμετρο δηλαδή, το όργανο που μετρά την αντοχή και την ελαστικότητα του μεταξιού. Η μεταλλική του σάρκα ήταν γυμνή, αφού είχε διαλυθεί το αρχικό του χρώμα, κι έτσι όπως είχε παρατηθεί σαν ένα κοινό κι ανούσιο διακοσμητικό, έξω από το κουτί του, οι λεπτές ράβδοι των ποδιών, που αγγίζουν το ύφασμα, θα έπρεπε να είχαν χάσει τη νευρωσική τους αφή, ενώ ο δείκτης του μέτρου είχε στραφεί προς τον Νότο, απολύτως συμμορφωμένος με τον νόμο της βαρύτητας, και θα στριφογυρνούσε χωρίς καμιάν αντίσταση αν κάποιος περιφερόταν με το serímetro ανά χείρας από δωμάτιο σε δωμάτιο, ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες ή σπρώχνοντας και τραβώντας καρέκλες. Αναρωτιέμαι αν οι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου γνώριζαν τη χρησιμότητα αυτού του αντικειμένου ή όχι. Αν τη γνώριζαν, αυτό θα σήμαινε είτε πως το serímetro είχε χαλάσει πολύ πριν την τοποθέτησή του στο κομό, είτε πως, ακόμη κι αν δούλευε ρολόι, δεν θα ήταν καθόλου χρήσιμο γι’ αυτόν ο οποίος το τοποθέτησε εκεί. Το πώς βρέθηκε στα χέρια του είναι, πάλι, ένα άλλο θέμα. Άραγε να είχε στην οικογένειά του ανθρώπους που ασχολούνταν με το μετάξι ή να βρέθηκε στην κατοχή του τυχαία, ίσως από κάποιο παλαιοπωλείο, ή έναν πλανόδιο πωλητή παλιοσίδερων, ή από κάποια αβίαστη μοιρασιά αντικειμένων μεταξύ συγγενών εξ αίματος κι εξ αγχιστείας, αντικειμένων προερχόμενων απ’ το σπίτι κάποιου εκλιπόντος άκληρου θείου, ή θείας, που έπρεπε τώρα ν’ αδειάσει και να πουληθεί. Τέλος πάντων, το σίγουρο είναι πως το serímetro είχε πια γίνει ισότιμο των τάχα κινέζικων πορσελάνινων βάζων, των μπρούτζινων ρολογιών, κι εκείνου του αιώνιου ξύλινο κομό, που υπάρχει σε κάθε ξενοδοχείο των λιμανιών και τρίζει πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, μ’ έναν τρόπο που δεν προέρχεται μόνο από τον ήχο, αλλά κι από άλλες φυσικές αρχές∙ αυτό το τρίξιμο έμοιαζε, για να το κάνω πιο σαφές, σαν να ενισχυόταν από το λευκό χρώμα των τοίχων και των πορτών, των σεντονιών και των ντουλαπιών, των κλειδαριών και των πιατικών, όλα μ’ εκείνη τη διακριτική ακαμψία που χαρακτηρίζει τα αντικείμενα των ξενοδοχείων, μαζί με την παράξενη αίσθηση –κάτι σαν ανάμνηση– ενός θορύβου να τ’ αγκαλιάζει, ούτως ώστε, μολονότι τα αντικείμενα δεν ακούγονται καθόλου ή σχεδόν καθόλου, να υποχρεώνουν ό,τι ζωντανό κινείται γύρω τους να κρατήσει μια σιγή νεκρική, πιστεύοντας, σαν σε παράνοια, πως αν τολμήσει να κάνει φασαρία, τ’ αντικείμενα θα του απαντήσουν μ’ έναν θανατηφόρο πάταγο, που τ’ αυτιά των ζώων δεν θα μπορούσαν ν’ αντέξουν.
            Από την άλλη όμως, έξω απ’ αυτό το δωμάτιο τα πάντα ήταν ελεύθερα από την τυραννία των αντικειμένων. Κάθε μέρα άκουγα ήχους καμπάνων και φωνές ιμάμηδων, κλάματα μωρών και γαβγίσματα σκύλων, γριές να τσακώνονται και μαυρισμένα πιτσιρίκια να κάνουν κύκλους στις πλατείες με τις μηχανές τους. Κι επειδή όλα αυτά υπήρχαν έξω από τα όρια του δωματίου, τ’ αντικείμενα εντός των ορίων του παρέμεναν σιωπηλά στο άκουσμά τους, αντί ν’ απαντήσουν με τον δικό τους βόμβο. Αυτή η ακυβέρνητη ευθυμία του Σέρατον και του Δημαρχείου, των ουρανοξυστών και των λεωφόρων, των καζίνο και των μικρών μοτέλ με πισίνα και πρωινό, των φοινικόδεντρων και των αναπαλαιωμένων αποικιακών αρχιτεκτονημάτων φαινόταν, κατά παρέκκλιση, λιγότερο τυποποιημένη από το βιομηχανικό συγκρότημα με τα φτηνά ξενοδοχεία, τα αραβικά φαγάδικα και τα δαιδαλώδη υποκαταστήματα των κρατικών υπηρεσιών που κάθε μέρα μαζεύουν στα φίνα σαλονάκια τους ορδές απαυδισμένων με τη γραφειοκρατία ανθρώπων, ανθρώπων που μιλάνε ένα μείγμα γλωσσών που ούτε κι εκείνοι καλά καλά το καταλαβαίνουν, όμως μες στην τρέλα τους δείχνουν να συνεννοούνται απόλυτα, όπως συμβαίνει σε κάθε μεγάλη πόλη της Βόρειας Αφρικής. Όπως και να ’χε όμως, εγώ προτιμούσα το υποπρολεταριάτο, γιατί ήμουν, οικονομικά κι αισθητικά, πιο κοντά σ’ αυτό παρά σ’ οτιδήποτε άλλο, νομίζω πως για τον καθέναν θα ήταν ευκολότερο να επιβιώσει σ’ έναν παραδοσιακό χαμό παρά σε μια προοδευτική τάξη. Μπορούσα να διαχειριστώ τις μικροστερήσεις∙ την πνευματική κατάρρευση, πέρα από τον εκβιασμό των εμπειριών. Εξάλλου, αυτό το μικρό μεταξόμετρο στο δωμάτιό μου μού έδειχνε πως, ανάθεμα, σ’ αυτόν τον κόσμο υπήρχε ένα αντικείμενο για τα πάντα. Τι θα μπορούσε να πάει στραβά;
            Είχα παρατήσει τα μπαγκάζια μου σε μια γωνιά κρατώντας κοντά μου μόνο μια μικρή βαλίτσα με ψιλολόγια. Ήθελα να ψαχουλέψω κι άλλο αυτό το περίεργο κομό. Ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνω πάντοτε στα ξενοδοχεία είναι να ψάχνω για μικρά συρτάρια και να χώνω μέσα κει τα ψιλολόγια μου. Μου φαίνονταν τόσο όμορφα εκείνα τα άδεια συρτάρια, με τον ήχο του κόντρα πλακέ ν’ ανοίγει με δυσκολία, καθώς μια λωρίδα της επίστρωσης έχει αρχίσει να ξεκολλάει από κάποια γωνία, αφήνοντας από κάτω της να φανούν, σαν σε παλιά ράχη βιβλίου, λίγες σταγόνες πετρωμένη κίτρινη κόλλα. Μ’ άρεσε η σκόνη που υπήρχε εκεί μέσα, κι αυτό το χαρτί σαν λαδόκολλα που κάλυπτε την επιφάνειά του, μολονότι ποτέ δεν κατάλαβα σε τι χρησιμεύει ν’ απλώνεις μια κόλλα χαρτιού στα συρτάρια.
            Το κομό αυτό δε φαινόταν άδειο, ένιωθα στον αέρα την παρουσία των αντικειμένων, και την παρουσία των ιδιοκτητών των αντικειμένων, που ήταν εδώ πριν από μένα. Υπήρχε εκείνο το μεταξόμετρο, το σεμέν και το πορτατίφ, αλλά μες στα συρτάρια δεν είχα ανακαλύψει τίποτα. Δεν υπήρχε καν μια Βίβλος, γεγονός που μ’ εξέπληξε. Ακόμη και το Ελίτ στην Καλαμάτα είχε Βίβλους στα συρτάρια των δωματίων του, και το Ελίτ ήταν ένα καλό ξενοδοχείο, που δεν είχε καμιά υποχρέωση απέναντι στον επισκέπτη του να έχει ακολουθήσει μια παράδοση που ακολουθείται κατά κανόνα από τα μικρά και φτηνά ξενοδοχεία, απ’ τα μοτέλ και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, από όλα αυτές τις εφήμερες κι εσωστρεφείς τέλος πάντων εστίες που απέχουν από την εκκοσμίκευση όχι επειδή δεν σέβονται τους επισκέπτες τους, επειδή απευθύνονται σε θρησκευόμενους, επειδή οι ιδιοκτήτες τους είναι θρησκευόμενοι ή επειδή δεν έχουν αντιληφτεί ότι η συνήθεια της Βίβλου των ξενοδοχείων έχει πια εκλείψει, αλλά επειδή αυτός είναι ο τρόπος τους να δεθούν με τον επισκέπτη, σαν από μιαν αναντίρρητη διαλεκτική, σε μια σχέση διάφορη από την ψυχρή, την απρόσωπη, την πλουτοκρατική φιλοξενία των εκσυγχρονισμένων ξενοδοχείων, από την οποία οι δικοί τους επισκέπτες δεν πρόκειται να κινδυνεύσουν, αφού πάνω στο ψεύτικο δέρμα που ντύνει αυτήν τη βαριά Βίβλο, με τ’ αρίφνητα νεκρά κύτταρα αρίφνητων χεριών που θα μπορούσαν να ’χαν αγγίξει ποιος ξέρει τι, συναντώνται, στη μοναδική τους μέσα στην Ιστορία του χρόνου και του χώρου διασταύρωση, τα αδελφικά μα αποχωρισμένα κομμάτια ενός αισθήματος κοινού σ’ όλους τους ανθρώπους, του φόβου του θανάτου κι όλων όσα τον περιστοιχίζουν, αρρώστιες και ατυχήματα, κατάρες και δεισιδαιμονίες, κι ενώ μπορεί οι επισκέπτες που περνοδιαβαίνουν να μην έχουν καμιά πίστη μέσα τους ή να έχουν επιλέξει για τον εαυτό τους μιαν άλλη θρησκεία, κανείς δεν τολμά να πειράξει αυτό το βιβλίο, όχι γι’ αυτά που γράφει, αλλά για την ευγένεια της παρουσίας του εκεί, μια ευγένεια που φέρει όλα τα καλά και τα κακά της φύσης της, κυρίως την τρυφερότητα και τη δικτατορία, γι’ αυτό και δεν παύει να δίνει στον χώρο έναν αέρα κομμάτι πιο ανθρώπινο, μόνο και μόνο απ’ αυτά τ’ αποχωρισμένα χέρια, μόνο και μόνο απ’ αυτά τα συγκοινωνούντα ρεύματα, σαν τους παραποτάμους του Χουάνγκ Χε, που έκαναν τον Τσεν Τάο να γράψει εκείνο το αντιπολεμικό του ποίημα: Τον όρκο τους μονάχα συλλογιούνται / Τον όρκο τους τούς Ούννους να συντρίψουν / Στην έρημο ντυμένοι τα σαμούρια τους / Πέντε χιλιάδες πέσαν’ από δαύτους. / Απ’ τα σπασμένα οστά στου ποταμού τις όχθες κει / Στα σύνορα / Ψυχές εγείρονται οικτρές / Και μπαίνουν, σαν μορφές να ’ταν ζωντανές, / Στις κάμαρες όπου τα όνειρά τους βλέπουν / Όσοι αγαπούνε.
Μα να που το μεσαίο από τα τρία συρτάρια του κομό ήθελε πολλή προσπάθεια για ν’ ανοίξει. Φαίνεται πως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η καθαρίστρια δεν είχε κάτσει να φάει τον χρόνο της σ’ αυτό, αφήνοντας πεσκέσι για τον επόμενο επισκέπτη ένα κουτί ντορέτα, αυτά τα αναλγητικά με τραμαδόλη και παρακεταμόλη, που σημαίνει πως κάποιος από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. είχε υποφέρει πολύ εδώ μέσα κάποτε, σ’ ένα όχι και τόσο μακρινό κάποτε, αφού τα χάπια ήθελαν ακόμη λίγους μήνες μέχρι να λήξουν, οπότε είπα να τα κρατήσω, αν και είχαν μείνει δυο τρία όλα κι όλα, αλλά αν τα ’πινα όλα μαζί πιθανότατα θα κατάφερνα ν’ ακούσω μέχρι και την Ίμα Σουμάκ να τραγουδάει το Νεγκρίτο Φιλομένο ανάποδα. Α, εκείνη τη στιγμή συλλογίστηκα στ’ αλήθεια την Ίμα Σουμάκ. Όποτε συλλογιόμουν την Ίμα Σουμάκ συλλογιόμουν μαζί της την Ουμ Καλσούμ, σαν να ’ταν το ίδιο πρόσωπο, το πρόσωπο μιας οποιασδήποτε μελαχρινής κυράς μέσα στην οικουμένη. Και τι να το κάνεις, λοιπόν; Εδώ είμαι ένας ξένος, παντού μακριά απ’ το σπίτι σου είσαι ένας ξένος, αν δεν υπάρχει ένα μικρό σκυλάδικο κάπου εκεί γύρω. Και μιλάω για ένα μικρό, μικρό σκυλάδικο. Μιλάω για μια τρύπα, μια πίστα ούτε μισό μέτρο πιο ψηλή απ’ το πάτωμα, μια γλυκιά κοπέλα «από Επαρχία», με φωνή πολύ αγγελική για τ’ ανθρώπινο αυτί, μιλάω για το τραπέζι από φορμάικα με το λιγδιασμένο διπλοτραπεζομάντιλο (άλλο χρώμα πάνω κι άλλο κάτω, το κάτω ίσια βαλμένο και το πάνω στραβά), το ιερό, θολό νεροπότηρο του ουισκιού, το σαφρακιασμένο μηλαράκι, το στεγνό πορτοκαλάκι, το ανακυκλωμένο αράπικο φιστίκι μες στο σταχτοδοχείο. Δεν έχει «τασάκια» σε τέτοια μέρη, μόνο σταχτοδοχεία έχει. Έχει κόκκινα και μπλε φώτα, έχει λαμπερά πράγματα, έχει καλώδια κι αποφόρια, έχει δαχτυλίδια και βελούδα, έχει μάλμπορο και τζόνι, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Κι ό,τι κι αν παίρνεις εκεί καίει την ψυχή σου. Κι όποιος κι αν υπάρχει εκεί γνωρίζει την ψυχή σου – τόσο κατεστραμμένοι όλοι μαζί που είναι σαν να γίνατε φίλοι, από εκείνη την αγιασμένη φάρα των φίλων που ακούν μονάχα σε μιαν αρχή, να μην ενοχλούν τον άλλον που έρχεται ζοχαδιασμένος, και δεν θέλει ούτε να μασουλήσει ζαρζαβατικά να μην του στραβοκάτσει το πιόμα, ούτε να πει τον πόνο του, ούτε να χαρεί, ούτε να ξεδώσει, μάλλον να δώσει παραπάνω θέλει, να δώσει εκεί μέσα του, γιατί έτσι όπως κάθεται μονάχος κι ακούει αυτά τα αρχοντικά άσματα και πίνει σαν άνθρωπος το ποτό του, όχι μόνο δεν ξεχνά, δεν ζυγιάζει, δεν κρίνει, δεν λογικεύεται, μα χώνεται στην κατάστασή του ολοένα και πιο βαθιά. Τουλάχιστον, νιώθει ασφαλής. Εκεί στα καινούργια μαγαζιά, όπου όλοι είναι χαρούμενοι, ανέμελοι, πιωμένοι και φαγωμένοι, το φως και τα γέλια πέφτουν στο στομάχι βαριά σαν το δηλητήριο, αγωνιώδη σαν τη μοναξιά. Κάπου κάπου, ούτε το ρεμπέτικο αντέχεται ούτε το λαϊκό, παρά για τις πολύ συγκεκριμένες ώρες του έρωτα ή του θανάτου, που θες ν’ ακούσεις τον Μαζέπα του Λιστ, ή τον Ορφέα να τραγουδά: «Ρόδο των ουρανών, της γης ζωή, άξια γέννα εκείνου που κινεί το σύμπαν», ή τον Τεμπέλη να ψάλλει: «Χτυπώ νεκροί κι ανοίχτε μου να μπω για να σκουπίσω τον τόπο τον παντοτινό όπου θα κατοικήσω», και άλλα τέτοια. Αλλά δεν είναι για όλες τις ώρες αυτό, για τις ώρες όπου τα δεινά που ’χουν μαζευτεί είναι τόσα που δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις∙ υπάρχει σίγουρα κάτι κοινό, υπάρχει σίγουρα κάτι σεβάσμιο σ’ όλες τις ανθρωπινές φωνές που καίνε την ψυχή, αλλά, εφόσον όλες τους ενάντια στη ματαιότητα παλεύουν, δεν είναι υπερβατική εκείνη η φωνή που, βράζοντας δετά σαν το μέλι μέσα σ’ αυτήν ακριβώς τη ματαιότητα, πράττει την πράξη της ζωής που δεν μπορεί να τελειώσει, όπως η φωνή της Παλόμας όταν τραγούδησε το «η θάλασσα κι ο ουρανός, ο ήλιος το φεγγάρι, δεν πρόκειται να σμίξουνε, δεν γίνονται ζευγάρι»;
Προχωρώ μπροστά, πολύ μπροστά, εκεί όπου υπάρχει, όπως οπουδήποτε, ένα τέλος, αλλά φαίνεται σαν να μην υπάρχει. Ποια ιστορία, όμως, να σταθεί εδώ, ποια φωνή να κάνει ένα δυο ντροπιάρικα βήματα προς εκείνη, ποιες εικόνες ανθρώπων, ποιοι απόηχοι βηματισμών, ποιες μυρωδιές παλιοπάπουτσων ή αγεράκια από τις νευρικές ουρές των σκυλιών να ’ρθουν προς τα μένα, και να τα καλοδεχτώ σαν να μ’ ησύχασε που μου ήρθαν, όσο κι αν θύμωσα που άργησαν τόσο ώστε να φανταστώ, έτσι μέσα στην πλήρη μου υγεία, πως αν αργούσανε λίγο ακόμη θα μ’ έβρισκαν πεθαμένο;
Πάντα κάτι θα πηγαίνει προς όπου πηγαίνει. Μπορεί να μου ’ρθει τρέλα μ’ αυτήν την κατάσταση, διότι αυτό που ονομάζουμε Τίποτα μήτε να κατακτηθεί μπορεί μήτε να προσδιοριστεί, τόσο που έχω αρχίσει να φοβάμαι πως δεν υπάρχει. Αλλά δεν μπορεί να μην υπάρχει το Τίποτα, δεν μπορεί να μην υπάρχει ένα μηδέν, ένα ναδίρ, μια μάταιη παύση, μια περιστροφική ανυπαρξία, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ένα νόημα, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει σκοπός, κάτι δεν πάει καλά. Εντέλει, μπορώ να βρω λίγη ησυχία μονάχα στη σκέψη πως όλο αυτό είναι μια φυσική παραίσθηση, πως δεν υπάρχει τίποτα εκτός από το Τίποτα, το οποίο είναι, απλώς, γεμάτο, είναι ένα Τίποτα γεμάτο απ’ το όλον, που υπάρχει μ’ όλη του τη θαυμαστή ζωή δίχως κανέναν λόγο. Είναι το αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, χωρίς λόγο, είναι η βρώση και η πόση, χωρίς λόγο, είναι το ω Βασιλεύ ουράνιε, χωρίς λόγο, εκείνο το τόσο πρόσχαρο ξέσπασμα του αισθήματος της ελευθερίας μέσα σ’ έναν κόσμο όπου, απ’ όλες τις αναλήθειες, η μεγαλύτερη αναλήθεια είναι εκείνη της τυραννίας. Κανείς δεν υπάρχει για να σ’ υποδουλώσει εδώ∙ μολαταύτα, πρέπει και πάλι να είσαι ελεύθερος. Αυτό είναι το Τίποτα. Και νομίζω ότι γι’ αυτό αξίζει να ζει κανείς.

 

Α.Κ., Ο Αποκεφαλιστής (απόσπασμα)