[...]

Άλμπρεχτ Ντύρερ - Δέσμη Μενεξέδες, περ. 1502

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Όλοι είναι οι θεοί της επανάστασής τους:
Οι σύντροφοί τους πρέπει να είναι κατ’ εικόνα τους,
Ο αποδιοπομπαίος τράγος τους πρέπει να παίρνει
Τις αμαρτίες των κατ’ εικόνα του, κι όποιος δεν είναι
Κατ’ εικόνα τους πρέπει να αποκλείεται από τη Σωτηρία∙
Εκτός πια κι αν έχετε την εντύπωση πως είμαστε εδώ
Για να σώσουμε τους εχθρούς μας∙ εκτός πια κι αν έχετε
Την εντύπωση πως είμαστε εδώ για να φυλάξουμε το ψωμί
Αυτών που κοιμούνται∙ εκτός πια κι αν έχετε την εντύπωση
Πως θ’ αγαπήσουμε ό,τι είναι ξένο για μας,
Αφού ό,τι είν’ οικείο δεν άντεξε αγάπη άλλη παρά τη γέννηση
Και δεν έμαθε ν’ αγαπά λιγότερο παρά τον θάνατο αγαπώντας
Τη στιγμή του θανάτου του, που ήρθε καθώς το κτήνος του κόσμου
Έρχεται, και ο κόσμος που δεν γνώρισε κόπο ανοίχτηκε
Στη στροφή των ασμάτων όπως αν είχε συλλάβει το εύρος
Της κατοικίας τους σαν τον σκοπό ενός νόμου άλλου, ενός
Σχήματος άλλου, που τα ελζεβίρ του δεν έχασαν την ευθύτητά τους.
Ας έχουν τουλάχιστον τα υμνητικά τους τροπάρια, ας έχουν
Την όρεξη των κετζάλ που, κι αποσταμένα στην εξορία τους, τρύζουν.
Δύσμοιροι, δύσμοιροι, δύσμοιροι,
Κόπηκε της οργής όλων ο νεφρός, κατέβηκε
Κι ανέβηκε, ανέβηκε κατέβηκε αμέτρητες φορές
Μέσα εκεί της άρνησής τους όλων το αγέρι∙
Και το νεύρο στεγνό απ’ το χαμένο δέρμα του,
Και το κεφάλι γυμνό απ’ το χαμένο δέρμα του,
Και τα δάχτυλα βαριά από το κρατημένο δέρμα
Σαν καναβάτσο τρύπιο στο σημάδι των ματιών.
Μάζεψε η νύχτα τα κομμάτια της νυχτός∙
Κομμάτια φθόγγοι, αβλαβείς, σαν του παιδιού η λαλιά κοιμώμενοι
Στων λουλουδιών τους κάλυκες, στον ήχο της θαλάσσης
Και τα πλεούμενα δεμένα στη γροθιά του λιμανιού
Αυγή να μη γνωρίζουνε, τον ίδιο τους τον ήχο να μην ξέρουν.
Και μόνο, ύστερα: από το στόμα ξένων ειπωμένες ιστορίες ξένων·
Άραγε ακόμη αιμορραγεί το Ιερό Αγκάθι;
Άραγε το αχ ούσκα, το κάμπιλ ουστ ακόμη με τα κύματα φρουμάζει;
Άραγε το ελάφι κι ο μονόκερως να πάνε ακόμη αντάμα;
Ή μήπως από μήτρα μονοκέρατη –αυτό που ’χουν για χώρα–
Μορφή γεννιέται τελειωμού· και να παρακαλεί ο λαός:
Φέρτε σε πέρας τις γιορτές σας· κομμάτια μόνο
μη με κάνετε∙ καν είμαι δέσμη μενεξέδες
Καν ένα φύλλο άσπρο χαρτί.
Νά ’το το έθνος μου: είναι ο όχλος.
Επιτέλους, τι νομίζετε πως κάνουμε εδώ πέρα;
Τίποτα δεν εξαφανίζεται, υπάρχουν όλα αλλάζοντας –
Να το θυμάστε: η αναρχία και το δρέπανο είν’ ένα·
Αν και για σας είναι να έρθει ένας καιρός της βασιλείας,
Να το θυμάστε – σ’ ανθρώπου παιδοφάγου,
Σε κερασφόρου ανθρώπου χρόνο, όπου κομμάτια τρεις φορές,
Σε βρώση, λόγχισμα και γήρας, γίνεται η όποια βασιλεία,
Κοιτάζετέ το στην προμήθεια των τροφών, στη δοκιμή των σειρήνων,
Στη συνίζηση των εδαφών και στην πλύση του στόματος των παιδιών,
Σε μια φιάλη οδοντικό βερνίκι και μια καθαρτικό από ιαλάπη,
Στον μόλυβδο και στα είδη των χορών γι’ αυτούς που ’ναι μικροί στα χέρια,
Στα θανάσιμα άλματα των νεαρών γυναικών, στο πάστωμα των δολωμάτων,
Σ’ ένα κουτί σαβοϊκά μπισκότα, σ’ ένα σημείωμα απά’ σε σαρδελόχαρτο,
Στους λάκκους στις ρίζες των καστανιών, στο ξέσπασμα σε κλάματα,
Στα ενδύματα των ερημιτών, στη σηροτροφία και στ’ αποδιαλεγμένα γνάφαλα.
Νη τον ακινάκην.
Δεν θα γυρίσουμε εμείς με άδεια χέρια
Δεν θα δεχτούμε ούτε θ’ αρνηθούμε
Δεν πρόκειται ποτέ να ορκιστούμε
Στη σάρκα και στα οστά, στ’ αστέρια και στα σκότη –
Ψοφάνε οι αδύναμοι για δόξα
Τ’ αρνιά ψοφάνε για τον πόλεμο των λύκων
Ψοφάν’ οι δύσμοιροι για κάτι τέτοια.
Σαν φίδια θα συρθούμε ώς τους θριγκούς
Σαν κλήματα με τις ξυλοδεσιές θα ενωθούμε.
Κτήνος γεμάτο λόγια∙ ξάστερη η κόλαση:
Το λιόγερμα, με τη μακρόσυρτη φωνή των γερακιών
Ψιλή να κρέμεται στα ρεύματα των ήχων
Που ενώνουν κορφή με κορφή, λόφο με λόφο
Κι οι κεραυνοί συστρέφονται καθώς τ’ αρπαχτικά∙
Πάρτε από μένα τώρα το κεφάλι μου,
Τα χέρια μου, πρησμένα από θυμό,
Την απόκρυψή μου πάνω στη στροφή της προσευχής,
Τη φωνή μου τη γέρικη πάνω στα γελαστά κλωνάρια.
Ετούτο το προσέφερε ο Ρόμβος, γιος του Πάλου
Να το θυμάστε: η σωτηρία της ψυχής∙
Ετούτη κι αν είναι θυσία∙ ν’ αφιερώνουμε εαυτόν εις την ελευθερία
Με αντάλλαγμα την αιωνιότητα –αν είναι αιωνιότητα–
Και μιαν ωραία νεκρολογία – αν περιμένουμε να την ακούσουμε νεκροί
Κι όχι με δάνειο θάνατο γεμάτοι ζεστό αίμα
Σκλάβοι των σκλάβων μια ολάκερη ζωή. Εγώ δεν είμαι βάρβαρος για να φωνάζω∙
Κάντε ό,τι καταλαβαίνετε, αλλ’ όμως κάνετέ το
Με τον γερμανικό τρόπο – πάντοτε: για παράδειγμα,
Να μιλάτε στον πληθυντικό στους καταδικασμένους σε θάνατο.
Αυτή ’ναι μια καλή αρχή – και οι καλές αρχές χαρίζουν καλό τέλος.
Ή, αλλιώς, με τον ρωμαϊκό τον τρόπο:
Ένα φριχτό τέλος είν’ η καλύτερη αρχή –
Κι αν τ’ αληθές των λόγων μου πρέπει να αποδείξω,
Ορίστε, εδείτε τη, την όμορφή μας νύφη,
Γερή και φαρδολάγονη και νέα νέα ακόμα,
Ένας στρατιώτης την τραβάει απ’ τα μαλλιά
Αλλά κι αυτόν με τη σειρά του τον τραβάει
Από τα πόδια ο άντρας της, στα γόνατα πεσμένος –
Η μοίρα του ηττημένου: από ικέτης θεών, ικέτης ανθρώπων–
Ορίστε η Καρθαγένη μας, ολάκερη – έχει πέσει
Και τα πυρρότριχα οχυρά της είναι τώρα
Στήθη λευκά σ’ ένα κομμάτι αράβικο όνυχα
Αγκαλιασμένο από γερμανικό χρυσάφι
Αξίας δώδεκα χιλιάδων δουκάτων –χώρια ο χρυσός–
Για το βραχιόλι μιας μικρής Πομόνας
Και του μικρού Βερτούμνου της την κουρασμένη αγάπη∙
Μα θα ’λεγα, χίλιες φορές η πέτρα του Αύγουστου σαν πρώτα
Παρά σαν τώρα μπιμπελό για τους Αψβούργους.
Mon pauvre, pauvre Dioscoride!
Εκεί όπου ο Απόλλωνας της Ιεράπολης συνέτριψε τον Πύθωνα,
Τον προστάτη της Φωκίδας και της Απουλίας, και ο Μιχαήλ των Κολοσσών
Συνέτριψε τον Δράκοντα, τον γκρεμιστή της Φρυγίας, ρίχνοντας και την Ιεράπολη
Και τις Κολοσσές κι ολάκερο το Ντενιζλί ώς το Ικόνιο και πέρα ακόμη,
Ο ήλιος τρέχει υγρός πάνω από ρήγματα σαν από βαθυπράσινο νεφρίτη
Κι υπάρχει ακόμη λίγο χιόνι στα βουνά∙ οι μυσικές πηγές ακόμη παγωμένες,
Ο Λύκος άγριος σαν δεμένο σκυλί. Τούτους τους μήνες, για τη γη
Κανείς δεν έχει ακόμα φόβο, αλλά θα ’ν’ άσχημα όταν θα πιάσει ζέστη,
Θα ευχόμαστε ο άνεμος τις τάφρους να γεμίσει∙ αυτές, που κάθονται
Σαν άντερα μέσα σ’ ετούτη τη στενή λεκάνη, τις συμφορές του κεφαλιού
Πληρώνοντας αντί για το κεφάλι. Mon pauvre… Pauvre !
Στα νοικοκυρεμένα κοιμητήρια∙ για ντόπιους και για ξένους,
Για γραικούς, για οβριούς και για αδιάβαστους προδότες
Κι άκλαυτους, με φιρμάνι: είκοσι, είκοσι τριών, ας πούμε είκοσι πέντε χρόνων,
Για παράνομες πράξεις εναντίον του σουλτάνου, κι αλλιώς:
Σαν ζωντανοί χωρίς τα λογικά τους, όχι, σαν ζωντανοί ίσως ούτε κι ούτε
Και νεκροί· μες στο κελί, στο πατρικό τους σπίτι, μες στον τάφο,
Κάτι σαν μούρμουρο κάτι σαν να ψάλλει, να θρηνεί, μονολογεί
Τον Οίκο του Ευφραθά· καθώς πουλιά – που δεν είναι στη φύση τους να άδουν
Και φτιάχνουν φωλιές από ελιά στις στήλες της Εδέσσης.
Μα συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη,
Καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει
Τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων
Καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων.
Κι άλλοι στον δρόμο του δεξιού χεριού κι άλλοι στου αριστερού χεριού τον δρόμο
Κι αυτοί απ’ το Λόθιαν ίσαμε τη Μασαχουσέτη
Από τα δεκατέσσερα παιδιά και τα τριάντα δύο εγγόνια στα δεκαπέντε παιδιά
(Και σ’ άγνωστο αριθμό εγγονιών)
Να ακονίζουν τα κατάρια τους, για χάρη μιας γυναίκας,
Κόρης ενός αιρετικού, απ’ τ’ Ανατολικά, εκεί όπου πιπιλάνε
Μια καραμέλα: Θεός και γη∙ και τίποτ’ άλλο. Μιας τέτοιας το λοιπόν,
Μιας ξεσκισμένης∙ σαν να μην ήταν, από κάποια ηλικία κι ύστερα,
Μεγάλο σκάνδαλο να ξαμολάς κι άλλα παιδιά, κι όσο να πεις,
Δεκαπέντε κουτσούβελα σημαίνει δεκαπέντε συνευρέσεις,
Δεκαπέντε επιτυχημένες συνευρέσεις, χώρια οι αποτυχημένες,
Τουλάχιστον διπλές και τριπλές, και κάπως έτσι
Ο λογαριασμός φουσκώνει πολύ, ακόμη και για ένα παντρεμένο ζευγάρι.
Αχ! Εγώ τον άνδρα μου πως θα ’χανα φοβήθηκα
Μα, ντρεπόμενη στους άλλους μπρος να κάνω τον σταυρό μου,
Στον καμπινέ εκλείστηκα, κι εκεί σταυροκοπήθηκα
Με κάνα δυο δάκρυα στα μάτια, λέγοντας μια αυτοσκέδια προσευχή,
Ξέροντας πως είν’ αμαρτία να κάνεις στο μέρος τον σταυρό σου
Σαν όμως στον παπά ξομολογήθηκα, μου είπε, ε, άμα ντρεπόσουν,
Τότε είσαι εντάξει, τέκνον μου, δεν είναι αμαρτία.
Dio mio, Dio mio, perchè mi hai abbandonato?
Eravate soli, e io non ero qui per voi
Ho pianto in silenzio per ogni notte lunga
Dimmi, dimmi, perché ti sei dimenticato di me?
Μια φορά στη ζωή μου δεν υπάκουσα
Μια φορά στη ζωή μου.
Lunga è la notte
Tutti gli esseri umani sono polvere.
Δεν θα υπάρχει πια ούτ’ ένα νεύμα στους αγαπημένους μου,
Τη χειραψία της αλήθειας δεν θα σχηματίσει ούτ’ ένας,
Σαν το σπασμένο στάχυ τείνοντας το λυγισμένο χέρι του
Για να χαρώ πως έχουμε ξανανταμώσει.
Και είπα: Ουίλιαμ! Ουίλιαμ! Δεν πιστεύω
Τί-πο-τα. Τίποτα. Ούτε λέξη. Και φώναξα.
Και να δέρνεται το ατσάλι μου στους καπνισμένους λόφους
Και να με τρων τα ούλα μου συχνά σαν αρρωσταίνω
Και να μασώ τη σάρκα μου, τα νύχια γύρω απ’ τα δόντια μου να μπήγω
Και να μη βρίσκω ησυχία∙ αλίμονο, στον τόπο οπού ’χω έρθει∙ αλλά∙
Κι έχω να το λέω, εγώ δεν πίστεψα ποτέ πατρίδα, οίκο, λάβαρο,
Δεν πίστεψα στα ονόματά τους, στα αίματά τους, στις γλώσσες,
Στις σημαίες τους, δεν μου καίγεται καρφί αν θα καταστραφούν
Τα ξόανά τους, αν θα μουτρώσουν οι θεοί τους, αν τα σπίτια τους
Θα πέσουνε, αν θα τους σφάξουνε τα μούλικά τους.
Εξαιτίας μιας χούφτας ξεβράκωτων
Γίναμε ρεζίλι στον σουλτάνο
Εξαιτίας μιας χούφτας φονιάδων
Γίναμε ρεζίλι στον εκλεκτό λαό του θεού
Εξαιτίας μιας χούφτας φτωχών
Γίναμε ρεζίλι στην πατρίδα μας
Πότε επιτέλους θα πάρουμε το μάθημά μας;
Πότε θ’ αρχίσουμε ν’ αγνοούμε τους λαούς για τους τύπους;
Λυπάμαι, αλλά δεν είμαστε απολίτιστοι,
Δεν είμαστε οικονομικά αμόρφωτοι,
Δεν είμαστε μικροί κι ανέμελοι,
Δεν είμαστε ελευθέρας βοσκής,
Δεν είμαστε ρίζες,
Δεν είμαστε ίσα κι όμοια
Πιστεύουμε στην ισοτιμία των νόμων και των λουκάνικων
Μπορούμε να κρατήσουμε τους νόμους
Μπορείτε να κρατήσετε τα λουκάνικα.
Mon pauvre : Είμαστε το κατακάθι του κρασιού μέσα στον κύλικα του κόσμου,
Το τηγανισμένο ψωμί από αλεύρι τριγωνέλλας
Που παχαίνει τα κοριτσάκια της Καρχηδόνας πριν τον γάμο,
Η μήτρα από μέλι και σουσάμι.
Γιατί τη φόρα των μεγάλων μυαλών την κόβει η Ιστορία
Και όλες οι ιδέες είναι καλές ιδέες, ώσπου ν’ αρχίσουμε να λέμε για συμβάντα
Κι εκεί να δούμε πόσα απίδια πιάνει ο σάκος. Το λοιπόν: όχι άλλες τρέλες.
Οι αφεντάδες είναι αφεντάδες γιατί φτιάχνουν δρόμους
Κι αν θέλετε να είστε αφέντες, κι αν θέλετε αφέντες
Να σας κράζουν: Φτιάξτε.
Φτιάξτε δρόμους,
Και να σας αγαπούνε αφήστε τους, λέγοντας κάτι σαν:
«Στον καιρό τους εμείς κοιμόμασταν με τις πόρτες ανοιχτές»
Αυτοί που στον καιρό σας δεν ξαγρύπνησαν
Μπρος απ’ τους ανοιχτούς τους τάφους.
 
 
 
 
 
Αγγελική Κορρέ

Φραντσέσκα ντα Ρίμινι - Το λιμπρέτο


















Το λιμπρέτο του Μοντέστ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι για την όπερα του Σεργκέι Ραχμάνινοφ "Φραντσέσκα ντα Ρίμινι" σε ελληνική μετάφραση (Σεπτέμβριος 2017). Ελεύθερη ανάγνωση στις σελίδες:

https://www.academia.edu/34763249/Francesca_da_Rimini_-_Sergei_Rachmaninoff_Modest_Ilyich_Tchaikovsky_1904

https://issuu.com/angiekorre/docs/francesca_da_rimini 

 

[Custodiendas virgines]


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Με το ρεύμα ώς τα πέλματα και με δίχως οίστρο,
Εκεί όπου τ’ ακροδάχτυλά του μύριζαν κρεβάτι
Και την κίτρινη ανάδευση του αιθέρα μες στης δούλας του την τσέπη,
Σιγά σιγά απ’ τον τριγμό της σκάλας, σκοτεινής από ανούσιες επικλήσεις,
Κι ο αστίατρος που τον κούραρε κατά παράβαση δεν ήξερε από αιτιολογίες
Κι είπε μόνον: Το ήξερα πως θα ’ρχοταν αυτή η μέρα. Να ’χουμε εύκαιρο
Κανένα συγγενικό πρόσωπο; Ε; Έστω τον κόμητα του Ερλόν, τέλος πάντων.
Είναι περιτριγυρισμένος από φονιάδες: ορίστε εκείνη εκεί που πλένει
Τα ασπρόρουχα, τα στήθια της έχουνε μπει μες στους αφρούς,
Κι εκείνος ο γέρος –από πού ξεφύτρωσε;– τρώει ψωμί με τέτοια νύχια.
Ποιος τον άφησε να φάει ψωμί με τέτοια μαύρα νύχια; Φωνάξτε
Τον Ζορζ, φωνάξτε τον Αντουάν, κάποιον, τέλος πάντων. Κι δούλα:
Je n’aurais pas avaient été pris à Varennes
Mais j’ai réalisé que j’avais laissé mon perruquier.
Ο οικονόμος του ένας ξεπεσμένος βαρυαυλητής, μα είχε και δικό του ιερέα
Στη Φαέντσα, τόσο μαυριδερό, θα ’λεγε κανείς πως ήταν απ’ τη Φατσά,
Απ’ το Ορντού, κάνας γεροψαράς Έλληνας που ξετούρκεψε για να μεταναστεύσει,
Κι ετουλόγου του παράκουσε, όπως ο Πολύφημος.
Μόνο, να, ο ήλιος ασταθής πάνω στα χαμολεύκια των μπαλκονιών,
Ξανά: λιμός, λιμός, λιμός, όχι από φτώχεια, μα ανημπόρια, μιλώντας
Για το κνέφας. Ω των Ουρανών κλωστήρι, σ’ όλα με ακρίβεια,
Μα τούτο δω το κάνεις πάντοτε στενό. Θυμήθηκε τον Οβριό του ράφτη –
Πόλη χωρίς ράφτη Οβριό είναι παρηκμασμένη πόλη–, εκείνον
Που έβαζε τη γυναίκα του κάτω πέντε φορές την ημέρα
Και στο τέλος τού πέθανε. Πώς τήνε λέγανε; Πώς; Τέλος πάντων…
Υπάρχει θεραπεία; Υπάρχει η μέθοδος Βατέλ. Δηλαδή; Δηλαδή:
Θα μπείτε σε δίαιτα με θαλασσινά για ένα φεγγάρι
Και το πρωί θα σας κόψουμε τον λαιμό. Άλλο; Άλλο:
Θα αφαιμάξουμε έναν νέο και ύστερα θα πίνετε για μια βδομάδα μητρικό γάλα.
Και το βρέφος; Σκυλιά έχετε; Έχω. Τα ταΐζετε; Όχι. Καλώς.
Πιάνει βροχή. Λίγη, για δυο λεφτά, ίσαμε να την καταλάβεις. Παύει. Ωπ!
Αρχίζει πάλι. Και τα όνειρά τους να ανάβουν σαν τα σκηνώματα του Καμπαγιάν
Τη Νύχτα του Αγίου Λαυρεντίου. Ωχ τα αγροκτήματα, δύστυχοι
Μεγάλοι φαγάδες, τα διχαλωτά καλαμπόκια χάνουν το έτερό τους,
Τα καλούπια ραγίζουν, ο πηλός, η μικροπαντρεμένη χωριατοπούλα
Ραγίζει τώρα σαν τον πηλό. Μήπως υπάρχει… Ε, μα δεν υπάρχει.
Εσύ καρδιά κανένα δεν θα φας. Ούτε νεκρή του Δάντη για να ζήσεις
Ούτε ζωντανή του Καμπεστάν για να πεθάνεις. Τώρα,
Φρενήρη τα κύμβαλα – τα δάκρυα των ελασμάτων στις υδρορροές,
Φωνάζωντας με μανία αυτός ο ταραξίας: Fotogénesi, βάι, fotogénesi∙
Ο ταραξίας∙ δεν εγεννήθης μέσα σε Kjoekkenmoeddinger κάποιαν ημέρα παλιά,
Πολύ παλιά, γι’ αυτό λοιπόν πάψε τώρα. Δεν γεννήθηκες στις Αντίλες,
Μήτε στη Ρώμη, μήτε στη Μεντανία, μήτε στη Σαχαλίνη, μήτε στην Αρκαδία∙
Είναι στη φύση σου λοιπόν να τ’ αποστρέφεσαι, αυτή τη γέψη μαλακιά σαν τίποτα.
Ας φάν’ αυτοί δέκα φορές κορμί γυναίκας. Εμείς –το λέει φτύνοντας στο χώμα–
Ούτε μία φορά κορμί ανδρός. Και τον πρησμένο θησαυρό τους
Σαν solanum anthropophagorum κάτω από το φτωχικό τους κλωναράκι.
Il sangue del Redentore è nelle mie vene.
Εγώ κάτι θα πάθω από τη στέρηση∙ να μου το θυμηθείτε, κάτι θα πάθω.
Το ’χε προσέξει η γλυκιά μου η Ελένα∙ εκείνη απέφευγε τα καρναβάλια,
Αλλά εγώ δεν ήμουν απ’ αυτές. Και την είπα μια μέρα να μου δώσει τη στολή της
Κι εκείνη μ’ αγκάλιασε και μου ’πε, ω, παιδί μου, σ’ αγαπώ
Σ’ εχτιμώ, αλλά δε θα σου δώσω την καινούργια, την παλιά θα σου δώσω,
Την καινούργια την έχω άθιχτη για όταν – μ’ αυτό το «όταν» εννοούσε
Τον θάνατο, ο που ’ταν μονάχα ένα «όταν» ίνα μη με τρομάξει,
Εμένα, παιδί· η στολή δε εκείνη, κατά τ’ όπως το είχανε στη Βουλγαρία,
Ήταν μια φορεσιά πoυ ο λαιμός κι ο ποδόγυρος ήταν απ’ άκρη σ’ άκρη
Καμωμένοι από κουκούλι, και νά η χρυσή κλωστή, είχε βάρος, όχι αστεία,
Τέρμα χρυσή, αντάξια αγίων, σαν εκείνη ένα πράγμα, που τη μέρα
Που ’τανε να πεθάνει, σηκώθηκε νωρίς νωρίς, πλύθηκε, φόρεσε τη στολή της,
Κάθισε στην καρέκλα της στο σαχνισί, αγναντιαστά στον ήλιο,
Σταύρωσε τα χέρια της, και τήνε βρήκανε έτσι κάποιαν ώρα αργότερα.
Líceat ei portas mortis sine offensióne transíre.
Για δώρο νυφικό, είχε πάρει έναν χαρτοκόπτη μ’ έναν ολόχρυσο σκαραβαίο,
Με μια στρώση γαληνίτη στο σώμα του, από έντεκα μικρά μαργαριτάρια
Στα τέσσερα φτερά του –οκτώ στο πάνω, τρία στο κάτω, απ’ τη μια
Κι απ’ την άλλη– κι έξι κρυστάλλους ασβεστίτη στην πλάτη, όλα τους
Σε σφαιρίδια που ανάθεμα αν τα πιάνει το μάτι, κι εκείνη θυμήθηκε
Ένα μενδαγεόν –όπως το έλεγε η γριά– που είχε από τη γιαγιά της,
Κάτι σαν πεταλούδα: Δύο ρουμπίνια για τα μάτια της, ένα δάκρυ από διαμάντι
Στην πλάτη της, ένα άλλο καθάριο δάκρυ σεληνίτη στο σώμα και ύστερα:
Από δεκαοκτώ δάκρυα διάφανου αιματίτη στο περίγραμμα κάθε φτερού
Και μέσα από έξι δάκρυα σμαράγδι, καθαρό σμαράγδι, πηχτό σαν έλος.
Πάνω, ψηλά, πήγαινε και πήγαινε η κόσα∙ πήγαινε και πήγαινε∙
Ενιαχού σοροκάδα, άλλοτε κάτι σπηλιάδες απρόβλεπτες,
Ένα άτακτο πλήθος ροδοπέταλα πάνω στις ράγες του τρένου
Και το βιολί ενός ζητιάνου αφημένο σε μια θέση για χάρη μιας συνομιλίας.
Δεν μας έμεινε τίποτα – μας έμειναν μια φορά οι μισοί απ’ όσοι ήμασταν πριν∙
Τι μπελάς, να πρέπει να οργανώνει κανείς τη ζωή του για τον θάνατο τόσο νέος,
Να βλέπει τον ατμό μιας κούπας τσάι και να συλλογιέται τον καπνό νεκροκεριών.
Το δε λεήιον λινό ύφασμα – η λις,
Κι ο λις –η γη– κάτω απ’ το χέρι ενός αγγέλου
Την ταφική εσθήτα της σε τόπο ταφικό·
Συγχώρεσέ με, θεέ, γιατί αμάρτησα –
Με δίχως μιαν ωραία λέξη –
Συγχώρεσέ με, θεέ, γιατί αμάρτησα
Ame chrétienne !
Πρέπει να ξέρεις. Μην κάνεις τίποτε άλλο στη ζωή σου. Μα πρέπει να ξέρεις.
Ω ψυχή, ω ψυχή. Κι εκείνος ο Λομβαρδός νομοδιδάσκαλος… “Olivo! Olivo”…
(Κι όμως δεν είπε Olivo, είπε Oliva, oleum…oleum solis)
Κι έδινε περίσσιες συμβουλές, πως τάχα πρέπει τα κορίτσια
Να φυλάγονται [στοίχημα πως αν έγραφε καμιά ιλαροτραγωδία θα την ονόμαζε
Κουστωδιάζουσαι (παρθένοι)]· ας μην ξεχνάμε: Cur divae comes hoc animal?
Επειδή ο σκοπός της ζωής του φύλακα ορίστηκε να είναι η φύλαξη
Εκείνου που πρέπει να φυλάγεται. Επειδή,
Ω έρωτα, ω έρωτα. Που στήνεις δόκανα σε όλο σου το διάβα.
Πάνω στου κόσμου το μαύρο κρεβάτι –μην είναι άλλο απ’ ένα
Νεκροκρέβατο;–, σε γάμο –μην είναι απλώς η σήψη;–
Και ύστερα –ένα από δυο– σε ταπεινό λουτρό καθώς λυγίζει η νύχτα
Από το άχθος ενός μόνου κεριού. Ώσπου το ηλιόφως
Κάνει τις πράξεις μιας ημέρας να μοιάζουν πράξεις μιας ολάκερης ζωής
Που κάποτε –σαν κάθε πράξη– ολοκληρώνονται, και είναι πια,
Μπροστά σ’ άνετα μάτια, μια μορφή, μια μορφή ζώσα, απ’ αυτές
Που μες στις φλέβες τους κυλάει στ’ αλήθεια αίμα, κι αλήθεια
Κάνουνε αυτό που είναι μόνο αλήθεια: τον κύκλο μιας ολάκερης ζωής.
Voici ô âme. Voici ô mon âme !
Μα φευ, αιώνια ως μια μονάδα μόνη
Με δίχως ούτε έναν απόγονο, ποτέ –
Ποτέ, ποτέ με ένα γέννημα, ένα μες στους αιώνες,
Έστω ένα· όχι· αιώνια ως μια μονάδα μόνη,
Στείρα, καθώς τα πλάσματα των ουρανών οφείλουν να ’ναι.
Μα φευ, μα φευ, είν’ όλα μες στο αίμα,
Τούτη η γη είν’ όλη μες στο αίμα,
Όντα χλωρά, όντα τα ζώα κι όντα τα λογικά, όλα μέσα στο αίμα,
Ό,τι υπάρχει κι ό,τι εθεάθη, ό,τι ακούστηκε κι ό,τι μιλήθηκε,
Ό,τι απέθανε κι ό,τι ακόμα είναι να ’ρθει, όλα μέσα στο αίμα.
Fils de l’homme, père de ton fils, ne laissez pas vos enfants regarder.
Όλα μέσα στο αίμα.
Ne laissez pas vos enfants regarder.
Βρείτε μου ζώα που, αυτήν τη φορά, να είναι ιππεύσιμα
Κι έναν καλό cavamácchie κι έναν καλό αρωματοπώλη∙
Θα ήθελα έξι φιαλίδια: όχι πολύ πολύ λιμονένιο, τίποτα έλατα,
Καμιά στελλάρια για εισπνοές, λίγο από κείνο το ποτό για τα γουρούνια
Κι ό,τι άλλο κουβάλησε μαζί του ο Κορτές, και να ζητήσετε
Να είναι en poudre, αλεσμένη μπροστά σας.
Για πότε υπολογίζετε; Γράψτε μου.
Καημένη δόνα, κλεισμένη στο Καμάλντολι, πού να ’ξερε.
Ο Δίας και ο Κρόνος έχουν κιόλας βρεθεί στον Υδροχόο – ανάθεμα,
Μία φορά κάθε εννιακόσια χρόνια, και έτυχε εν έτει 1345.
Αιμορραγεί η Σιένα∙ αιμορραγούν όλα∙ αιμορραγούν όλοι,
Ίσαμε την επαρχία του Τέρνι, και η Λιγουρία έχει γίνει κάτωχρη σαν πανί∙
Γι’ αυτό και βιάζομαι.
Ορίστε, βγάζουν περί τις δύο χιλιάδες fine sovereigns per head
Και θέλουν τη ζωή των ένδεκα χιλιάδων
Και τον στρατό των είκοσι χιλιάδων
Και γυναίκες με πεντακόσιες ογδόντα πένες, όταν ο εργάτης
Βγάζει τριακόσιες και κάτι τον μήνα.
Αλλά τα σπασμένα στους κοκκινολαίμηδες της Φρανκφούρτης
Θα τα πληρώσει ο εργάτης. Κι όλα αυτά θα καταλήξουν στην Πικαρδία,
Κουρτίνες και μπιχλιμπίδια. Πλην κάτι λίγων σε απανθρωπία…, συγνώμη…,
Σε φιλανθρωπία, κι ένα σεβαστό κεφάλαιο για πωλήσεις χρεών,
Για να λέει εκείνος ο ανάπηρος πως ξέχασε κάτι χιλιάδες πένες
Στο συρτάρι του, κι όταν το θυμήθηκε, ε, δε βαριέσαι.
Ω, για όνομα, μια ζωή φοβότανε πως θα πεθάνει από σκορβούτο∙
Δεν τον πείραξε ούτε η σύφιλη ούτε ο πυρετός, το σκορβούτο τον πείραξε
Και στο τέλος επέζησε από ένα ολόκληρο κανόνι
Για να ’ρχεται τώρα και να μας τα κάνει τόσα –με το συμπάθιο– εμάς εδώ.
Άι, να είχαμε έναν ηγέτη (όχι ολόκληρο∙ το κεφάλι του), άι,
Άι να μας άκουγε ο καλός Θεός, που όλους τούς ακούει
Και να περνούσαμε τις μέρες μας με κρασί και συμπαθητικές παρουσίες
Και τα παπούτσια μας του κυνηγιού κρεμασμένα πάντα με τρία δάχτυλα λάσπη
Πίσω απ’ την πόρτα του μαγεριού.
Εκείνο το σύμφυρμα των γυναικών που μελετούσε τ’ άστρα
Δεν προφήτεψε τίποτα για τίποτα;
Υπάρχουν πράγματα πολύ ιδιαίτερα – μιλώ για τα πράγματα που είναι μονάδες,
Δηλαδή ολότητες, κι αυτά τα πράγματα είναι ολότητες επειδή είναι τελειότητες
Και τελειότητες είναι, ως φαίνεται, επειδή φέρνουν και τα δυο: γέννες και θανάτους,
Κι η φωτιά είναι μια τέτοια τελειότητα∙ γίναμε άνθρωποι απ’ αυτήν την τελειότητα
Κι αν δεν υπήρχε αυτή η τελειότητα, δεν θα είχαμε δοκιμάσει ανθρώπους.
Θυμάστε εκείνον τον γεροξεκούτη που ’λεγε
Ότι οι αυτόχθονες του Ειρηνικού μιλούσαν ελληνικά;
Ε, λοιπόν, αυτό δεν τους απέτρεψε απ’ το να δοκιμάσουν ανθρώπους.
Ω στείρα, στείρα, άθλια στείρα· πάνω απ’ όλα είναι το Ιερό.
Ο Ioannes Saresberiensis, ο Μικρογιωάννης, natus εδώ mortuus εκεί
Και λοιπά και λοιπά, évêque de Chartres και λοιπά και λοιπά,
Ενάντια σε κάτι σκοταδιστές κορνιφικιανούς, ή όπως αλλιώς τους λέγανε,
Και πάνω απ’ όλα η λογική διατί forma essendi δεν σημαίνει
Ότι ο θεός μπορεί να είναι όλοι οι θεοί, ένας για τα δεντράκια, άλλος
Για τα λουλουδάκια, παράλλος για τα ρυάκια, παραπαράλλος για τα βουνάκια
Και τα παρελκόμενα. Όχι δα. Απλώς εκείνοι οι Εγγλέζοι, αντίθετα
Στην ιδιοσυγκρασία τους (τόσο αντίθετα σαν να κρατάς ένα υπέρβαρο ουίπετ
Κλεισμένο σ’ ένα διαμέρισμα στο Μπόλινγκμπροουκ Γκρόουβ),
Υπήρξαν πλατωνικότεροι του Πλάτωνος στα περί συμπάντων,
Γι’ αυτό και η Ιωάννα (the Quene): «Σκληροί γονείς, καλός διδάσκαλος∙
Προτέρημα είναι και τα δυο. Νά τι ’ναι η κόλαση: έρχομαι, φεύγω,
Ξαπλώνω, σηκώνομαι, προχωρώ, σταματώ, πίνω, τρώγω, αναπνέω,
Τραγουδάω, χορεύω, μιλώ, σιωπώ – όλα με χάρη, so perfectly
As God made the world, ειδάλλως είμαι ανάξια για δαύτους. Και ύστερα
Παράδεισος: η γνώση, η γνώση, η γνώση, πλάι στον δάσκαλό μου
Και τίποτ’ άλλο, ειδάλλως θλίψη, θλίψη, θλίψη και καημός.
Η γνώση, πιστέψτε με, η γνώση. Χωρίς εκείνον τον άγιον άνθρωπο
Απ’ το Νόρφολκ, θα είχα μόνο αυτό που λεν προγόνους· ενώ εγώ
Θα είχα εύκολα αυτό που κάποτε θα πούνε ικανότητες, όχι προγόνους,
Αν, εκτός από ικανή, δεν ήμουν καταδικασμένη να ’μαι επίσης
Γεννημένη». Ας σκεφτεί λοιπόν κανείς πως υπάρχουν χιλιάδες κόσμοι
Και χιλιάδες χιλιάδων, κινούνται σαν πομφόλυγες μες στο ρευστό άπειρό τους,
Αν θέλουμε να μιλήσουμε για κάτι ιδανικό – αλλιώς,
Θα ’πρεπε να ’ναι σαν κείνες τις ακίνητες φουσκάλες
Μέσα στις μαρμελάδες της κυράς που φτιάχνει τάρτες στην Ντέιμ στριτ.
Αλλά και κάποιος θα βρεθεί πάλι να πει: όποιος δεν έχει γέννηση ούτε θάνατο έχει
Κι ετούτη η επιστήμη δεν δύναται να εξηγήσει τον θεό
Επειδή είναι ο θεός εκείνος που δημιούργησε την επιστήμη
Και οι πανάκειες για τον αιμορραγικό πυρετό, τον ανατολίτικο
Κορωναϊό και την ανοσοανεπάρκεια θα πωλούνται με την οκά μιαν ημέρα.
Μα τώρα, άι, άι, ο Δίας κι ο Κρόνος απά’ στον Υδροχόο
Και τούτος ο κακόμοιρος πεθαίνει.
Κι όλα μέσα στο αίμα.
Κι όλα είναι μέσα στο αίμα.
Πλέκει ο ιδρώτας το μαλλί στη χούφτα του αυχένα του
Στο νοτισμένο επάνω μαξιλάρι·
Καθώς η μαύρη γλώσσα του Λανγκ Ντάρμα έρπει μια σκιά:
Το πανωφόρι του εκεί στο κρεμαστάρι. Νύχτα· λες κι η σιωπή μαργώνει
Τις οσμές, σαν από βία ακίνητες οι όψεις των πραγμάτων,
Ούτε τριγμός ούτε ένας ψίθυρος από χαρτί είτε ξύλο,
Ούτε ένα ίχνος γυναικείου χεριού στην άκρια μιας κλειστής κουρτίνας,
Και λίγο μόνο φως από φανάρι, υγρό μες στον αντίλαλο των δέντρων,
Ίσια ενάντιο, και σαν γλυμμένα τα κλαδιά δω στην καλοστρωμένη πλάκα,
Όταν σταυρώνει ο αέρας τη βελόνα του·
Νύχτα· το κλάμα του σκυλιού δεν προμηνύει… – το τίποτα·
Είναι απλώς το κλάμα ενός σκυλιού και είναι απλώς μια νύχτα.



Α.Κ.