Περί ζωής κι επιτυχίας ή πως να περάσετε Χριστούγεννα στο νοσοκομείο τέλος πάντων








Η ζωή είναι σαν τη βότκα. Αν πιεις πολύ μόνο σε κακό μπορεί να σου βγει. Μέθη του ατελείωτου πόνου. Η ευτυχία, αυτή που με τη ταύτιση της δυστυχίας κατακτιέται, είναι η παράνομη νοθεία. Πόνος νοθευμένος με ευτυχία έναντι του καθαρού άλγους. Το δεύτερο ίσως να προεκτείνει το όριο της κατάρρευσης ως αγνό. Από την άλλη όμως, οι μπόμπες δεν είναι που κάνουν καλύτερο κεφάλι?


***


Η επιτυχία είναι σα τα ναρκωτικά, εάν δοκιμάσεις μία φορά μετά θέλεις συνέχεια και στο τέλος εθίζεσαι. Το κοινό σημείο είναι πως και τα δύο οδηγούν σε καταστροφή. Κάποιοι όμως περνάνε τόσο ωραία ως τότε...




© Αγγελική Κορρέ






P.S.

Joyeux Noël
...and happy new..fear....

Ο ΔΡΟΜΟΣ

*
Κάποιον Ιούλιο θλιβερό του ’69 ένα ατελέσφορο φως του ηλίου ασελγούσε πάνω στα σώματά μας καθότι είχαμε λησμονήσει ανοικτό το μοναδικό παράθυρο του δωματίου μας από τη νύχτα θέλοντας ν’ αποφύγουμε το φριχτό καμίνι του έρωτα και του αποπνικτικού θέρους. Τα κάθιδρα μέτωπά μας όπως το αίμα στους λόφους των δακρύων, που ήταν τα μάτια μας, έρρεε ακατάπαυστα. Θρηνώντας για τη χαμένη πρωινή ρέμβη μου σηκώθηκα να κλείσω τη φθαρμένη κουρτίνα γλιτώνοντας τον αγαπημένο μου από βέβαιο θάνατο · γνωρίζαμε το πώς να δραπετεύουμε από τον αφανισμό της νύχτας όμως εκείνος του λυκαυγούς ήτανε πάντοτε καλά προετοιμασμένος. Προτού παραδοθώ για λίγο ακόμη στις μέθες κι όλους τους άλλους πειρασμούς του ενυπνίου έμεινα λίγο ν’ αγναντεύω τη κίνηση κάτω στον λυπηρό δρόμο που είχε φτιαχτεί από πέτρα στο χρώμα της πρώιμης στάχτης μ’ όλους του τους ανθρώπους, τα ζώα, τ’ άνθη, τ’ αντικείμενα, ζεστά, από τα τρυφερά αγγίγματα του ηλίου. Η ενεργητικότητά τους, οι ήχοι και το έντονο άρωμα της ίασης που ανέδιδαν οι θαυμαστές επιδερμίδες τους όπου κάτωθέν τους κυλούσε ζωντανό αίμα, χάριζαν στην αδρανή μορφή μου τα θαύματα της διέγερσης. Τα μάτια μου έτρεμαν, τα χείλη μου είχαν ανάγκη τη θερμόαιμη γαλήνη της σαρκός τους, το ναρκωμένο πνεύμα μου διψούσε ακόμη και ήταν η καρπερή ευθυμία τους ο αναλγητικός οίνος. Έκλεισα τη κουρτίνα βιαστικά και με το κορμί μου να πάλλεται από τα μένη της βουβής θλίψης που περιέσφιγγε τα σπλάχνα μου, κρύφθηκα μέσα στα παραπετάσματα του μεταξένιου σεντονιού που ασφυκτιούσε από τη δροσερή ψευδαίσθηση των ανθρωπίνων φύσεων. Η παυσίλυπή μου επιστροφή καθώς μετέτρεπε την ανυπόφορη οδύνη μου σε μιαν απλή, διακριτική μελαγχολία, μήνυσε και πάλι στα όνειρα να περιθάλψουν κάθε μου αίσθηση της ηδονής. Σα να μ’ επισκέπτονται ακόμη οι αναμνήσεις από τα κρυφά μιλήματα των περαστικών ως την ηχώ του σώματός τους που ήταν όμοια με τις ωδές που σιγοτραγουδούσε ένα κελάρυσμα στη κρύα πηγή καθώς το γάργαρο νερό ξεδιψούσε τα φλογισμένα χείλη του μεσημεριού. Μία στιγμή να κλέψω απ’ ότι δεν έζησα ποτέ κλεισμένη στο νυχτικό κελί μου κι αμέσως γίνομαι χωρίς φτερά, στο ληστρικό πρωινό, λευκόλαιμο αηδόνι .
*
*
*
*
*
*
*
*
*
© Αγγελική Κορρέ

..la futilité de la futilité...






*
*
*

Είναι δύσκολο να ορίσουμε το τι ακριβώς γεννούν οι αποχωρισμοί · ένα κενό, τη θλίψη, την απόγνωση, τη δυστυχία ή την ελευθερία, όλα υποκύπτουν στην απρόσιτη έννοια του μέλλοντος. Τα πάντα πριν τη συνειδητοποίηση της απουσίας είναι σύγχυση. Κι όταν αργότερα η βεβαιότητα της άνομης μέθης διά της μοναχικότητος ακμάσει θα λυθούν ασυναίσθητα όλοι οι επίμονοι γρίφοι του παρελθόντος από την αλύτρωτη επιθυμία του αποχαιρετισμού ως την αδυναμία του απογαλακτισμού εάν η μελαγχολία ήτανε στήθος μητρικό που ανέθρεφε γενεές και γενεές ανεκπλήρωτου έρωτος. Οι φιλόξενες, βέβαια, θηλές ενός κολάφου της μοναξιάς είναι εκτός των άλλων πραγματικά γλυκές και παραπλανούν ως να έρρεαν τους χυμούς ενός τρυφερού λωτού. Έτσι, τα αδηφάγα χείλη του συναισθήματος σπανίως σπεύδουν να δοκιμάσουν το υποκατάστατο του επομένου σώματος. Γιατί το πιο τυραννικό γευστικό ντελίριο, όπως το αίμα του νεαρού κοριτσιού είτε το πικρό ειδύλλιο που αναπτύσσεται μεταξύ λαβδάνου και γλώσσης κατά τις ανυπότακτες νύχτες της δυστυχίας, είναι η μνήμη του πρώτου έρωτα κι όχι η τέρψη μετά του νέου κορμιού που επιχειρεί δίχως φόβο να καλύψει το αβυσσαλέο κενό που κληροδότησε το προηγούμενο. Τι είναι εξάλλου η ζωή και η ποίηση? Τεθλιμμένες πληβείες του παρόντος που είναι ικανές να εξαγορασθούν μονάχα έως την υπέροχη πανωλεθρία του θανάτου. Γι’ αυτό ο κίνδυνος κι όλα τ’ άλλα ατοπήματα του βίου αμνηστεύονται, γιατί ζωή πέρα από το θάνατο δεν υπάρχει · υπήρχε ίσως, μέχρι η αμαρτία να καταργήσει το κώλυμα του πνεύματος κι ο άνθρωπος πέρα από το τέλμα του κορμιού πάψει να υπάρχει. Δε θλίβομαι λοιπόν που οι μάταιοι έρωτες εξωθούν στη κατάρρευση γιατί το μαρτύριο αυτό έχει διάρκεια ίση με τα λιγοστά εναπομείναντα χρόνια ζωής μου. Όταν μονάχα η ταυτότητά μου μ’ όλα τα προσωπεία της υπάρχει στο κόσμο αντί για ‘μένα, γιατί εγώ θα ‘χω χαθεί όπως ίσως κι η ανάμνησή μου, κανείς δε θα ‘ναι να λυπηθεί για ‘μένα που στη μετά θάνατον ζωή μου θα κριθώ. Την αμαρτία ξεπλήρωσα εν ζωή και στους των ψυχών κριτές επιβεβαίωση αργότερα ο χαμός μου.

*

*

*

© Αγγελική Κορρέ

ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ




Πόσο καιρό έχεις να εμπιστευτείς τη θλίψη?
απ’ όταν το σώμα έπαψε να εκβάλλει, υγρή, την ερμαφρόδιτη έλξη της επιθυμίας
για να στερούμαι τώρα την ωραιότερη μέθη που είναι εκείνη της σαρκός σου

και τη στιγμή που το ηδύποτο της ρευστής σιωπής σου εκχύνει το μηριαίο ποίημα μου
το βαθύ εκείνο άρωμα της νιότης ευαγγελίζει το όνομά σου, «Σύλβια»,
μες στις οπές του φεγγαριού είτε στους κρότους των δακτύλων σου

Κι’ ήταν το σώμα σου ο περίτεχνος δεσμός του αδάμαντα γύρω από τις κινήσεις των καρπών μου
τ’ αγγίγματά σου στης απαγόρευσης εντάσσονταν, τα τιμαλφή, κι εγώ η λήσταρχος της αίσθησης
με το κορμί μου να εκπορθεί το ίδιο μου το λάφυρο

Γιατί στη θάλασσα άκληρη τρεφόμουν με την εμβρυϊκή τη μνήμη σου καθώς διείσδυες
γυμνή, κάπως με κόμη ολόχρυση να δογματίσεις τα νερά, την αντανάκλαση, πέρα απ’ το σχίσμα
το προαιώνιο της αργυρής σελήνης

Μόνη αντίζηλός σου ήταν αλμύρα
με το έξαλλο γλυφό της νύχτας να τραυματίζει τη μελίρρυτη κόμη της αυγής






© Αγγελική Κορρέ

Η ΤΥΦΛΗ




Καθώς βαδίζουσα χειμώνος κάποιαν ώρα
σ’ ένα δρομάκι σκοτεινό και στοχαζόμουν
ψυχρή κι ατέρμονη αρχίνησε μια μπόρα
χωρίς προφύλαξη για ώρα μουσκευόμουν

Κι ενώ ταχίστως μου επήαινα προς το σπίτι
ξεχώρισα μες στις εντάσεις μια φωνούλα
τόσο λεπτή σα του παιδιού το καρδιοχτύπι
-ήταν αλήθεια μια πεντάρφανη παιδούλα-

Ω, θα ‘πα, το δύσμοιρο, να του στερήσαν
τι ομορφιά πίσ’ απ’ της φτώχειας την αχλή
γιατί τα μάτια του θολά τόσο που ήσαν
για λίγο ενόμισα πως ήτανε τυφλή

Πάγω σιμά του, το ρωτώ αν θέλει βοήθεια
«Α! ο πόνος», απαντά, «μου ‘ναι συνήθεια!»







© Αγγελική Κορρέ