το νεκρό πρόσωπο συναντά το άλλο




Υποτάσσομαι σ’ έναν ανίερο μονισμό · άνθρωπος μόνο σάρκα που αγαπά
Να διασύρεται σ’ ό,τι φαύλο, σ’ όποιο ανόμημα, καθώς πλαγιάζει στο εφηβαίο
Ο σπαραγμός μίας κομματιασμένης ηθικής.
Γι’ αυτό χαράσσω στις κίτρινες σάρκες των πτωμάτων τη νεκρολογία μου
Γιατί κατανόηση μού προσφέρουν μονάχα οι νεκροί,
Καθώς και ηδονή, αγάπη ή τρυφερότητα
Και ξέρω πως αν ποτέ σιχαθούν οι θεοί αυτό το ντροπιαστικό σώμα
Μονάχα οι άλλοι νεκροί θα το κατασπαράξουν
Από θλίψη ζητώντας ν’ αναβιώσει μέσα τους η ουσία μου.
Οι πεθαμένοι που τίμησα ηδονίζοντας, έχουν κρατήσει τη μνήμη τους άτρωτη
Από κανένα να μην ξεχαστεί το πρόσωπό μου στην αιωνιότητα
Κι όταν βρεθώ κοντά τους όλοι να μ’ εξυμνήσουν
Που είχα ζωή δίχως ζωή και τώρα θάνατο δίχως θάνατο,
Την ιερόσυλη, απέθαντη σάρκα μου ταγμένη στην αίρεση των κινδύνων.


α.κ.