Α! Στα τρομαγμένα πόδια μου μπροστά
Της κραυγής του ανθρώπου τα αναμασημένα τα σφαχτά
Πέφτω στο χώμα, ταπεινά γονατίζω, υποκλίνομαι
Βαθιά υπόκλιση καθώς ταιριάζει στους μελλοθανάτους
Καημένοι εσείς, μην και λάμπετε, όπως το τρελαμένο σάλιο
Του χρυσού, μην και ξεχάσατε τ’ αξίωμα των παιδιών σας
Γριές, αναίσχυντες φόνισσες, Αγαύες?
Τι κερδίζεται όταν κανείς συκοφαντεί
Τίποτα παρά η νόθα προσφορά στους εχθρικούς μας φίλους.
Φέρομεν ἐξ ὀρέων ἕλικα νεότομον ἐπὶ μέλαθρα
Μακάριον θήραν
Και από ποιανού το χέρι κρεμιέται το σφαχτάρι?
Απ’ το δικό μου, εδώ, του φόβου το παμμακάριστο κεφάλι.
Σκύλε του δικαστή που μοιάζεις με νεκρό
Κλάψε, εδώ είναι η υποταγή και η πρυτανεία σου.
Κανείς να μην τρομάξει όταν θα δει
Τα στήθη μου να γίνονται νύχια εφεδρικά
Θέλω να εκδέρω αυτόν που θα ταΐζω
Κανείς να μην τρομάξει όταν θα δει
Τους κόπους μου στον άφατο ύπνο των κατατρεγμένων
Από αγάπη είναι μια τυραννία αφόρητη, πιο πολύ
Από το κέρδος ή από την εξουσία.
Πεινάω, κράζουν, αλλά εγώ
Προτιμώ να πεθάνω παρά να σφάξω ένα σκυλί
Γιατί του αθώου το κρέας είν’ βαρύ, θα με σκοτώσει
Δυο φορές, μια από αδικία, μια από δικαιοσύνη,
Με την τύψη: την πιο λαμπρή κι αιματηρή δικαιοσύνη
Την τύψη την πιο χορταστική, στα μάτια των αδικημένων
Την τύψη την πιο αποτρόπαιη, στο στόμα των αισχρών.
Άλλο να τρως του ξένου τ’ άντερα και άλλο τα δικά σου.

Άσματα ηρωικά τα πολύτιμα ουρλιαχτά
Που κοιμούνται στους λοβούς της αυριανής μέρας
Για ένα χαμόγελο ζητιανεύει δίπλα στο παράθυρο
Μία γυναίκα που το χνώτο της το γυαλί αγκαλιάζει μητρικά
Άκληρη μένει η κάθε μία από αυτές, όταν δεν βγαίνει ο ήλιος.

Να ‘ρθει η ώρα που δε θα τρέμουνε στα κρεβάτια τους πια
Σώματα σφιγμένα σαν το φιλί από έναν απάνθρωπο νόμο
Βρέχει έξω στην πόλη πίσω από το λευκό θάνατο των σύννεφων
Ένα κομμάτι γαλάζιο, σαν εμένα που είμαι πλέον καθαρός
Αλλά περιτριγυρισμένος από μνήμες και λόγια αρπακτικά
Για το τρυφερό κρέας μου, για το λαμπερό δέρμα μου,
Ουρλιάζει όπως οι ταραγμένες ακτές της Κορσικής
Που άοπλες, μόνο από ψιλή άμμο και καμιά λεία πέτρα
Για ν’ ανεβαίνουν επάνω τους τίποτα ερωτευμένοι,
Δεν μπορούν να την αντέξουν τέτοια τρικυμία.

Απ’ τα σκισμένα ακροδάχτυλα ενός που φυλλομετρούσε
Μυριάδες βιβλία παλιά για να καταλήξει στην άνηβη
Στην αυθόρμητη γνώση ενός που ‘ξερε μόνο να παρατηρεί
Απ’ τους κύκλους φωτιάς κάτω απ’ τα μαύρα μάτια ενός
Που τώρα ξύπνησε
Από τ’ αυγά του αετού που έσπασε το φίδι
Σε όλους βρήκα κάτι από τη δυστυχία μου
Μες στους ταλαίπωρους που μάθανε το θάνατο από μέσα.
Με γδέρνει ο κάθε μου παλμός σε μια ζωή τέτοια
Ο πόνος που αρμέγει από τα χέρια μου ο κάθε κεραυνός
Κι άλλοι που φωνάζουνε θε μου θε μου πεινάμε
Θα γκρεμιστούν και τους πύργους τους θα τους γλείψει
Η ίδια παλίρροια που γλείφει όσους δε νοιάζονται
Κι αμέριμνοι και κυνικοί και περιφρονώντας και καίγοντας
Τον πλούτο για να δουν πόσο εύκολα θα ξαναπήξει το χρυσάφι
Έτσι τόσο εύκολα ισορροπούν τα άκρα οι καταστάσεις.

Να τι είδα σήμερα το βράδυ:
Ένα γερο-ρακοσυλλέκτη να ‘χει στο ‘να του χέρι ένα ζευγάρι
Παλιά παπούτσια από μια σακούλα ρούχα αφημένη
Δίπλα στον κάδο με τα κονσερβοκούτια από σκυλοτροφές
Και να τα εξετάζει όλο χαρά για το εύρημά του
Ενώ στ’ άλλο του χέρι κρατούσε ένα βιολί
Ένα ξύλινο, παλιό βιολί, χωρισμένο σαν παράνομη ερωμένη
Με δάκρυα καστανά από το δοξάρι του.
Να το ‘βρε εκεί, να το ‘χε άραγε από πριν ποιος ξέρει
Ήταν ένας ρακοσυλλέκτης που κρατούσε ένα βιολί
Κι αυτό μου φτάνει.

Το βιολί γεννάει άκουσμα ερωτικό γιατί έχει σώμα γυναίκας
Φαντάστηκα τον γέρο εκείνον, που θα ‘χε ίσως καιρό
Ν’ αγγίξει ένα τέτοιο σώμα θηλυκό, αν ποτέ άγγιξε.
Πόσα πολλά θα είχε άραγε να πει, σ’ αυτό το ανθρώπινο
Το γυναικείο βιολί? Θαρρώ πως, όλα αυτά που θες να πεις
Σαν έχεις κάποιον άψυχο, ψυχρό, απέναντί σου

Οι δρόμοι μας θα συναντηθούν
Εκεί όπου δε φτάνουν οι άλλοι δρόμοι
Κι από την ένωσή μας θ’ ανατείλει
Όχι ο ήλιος, μα εν’ άστρο άλλο
Που τ’ όνομά του δε θα ‘χε ποτέ παλιότερα ειπωθεί.

Αν σας πειράζει ο χρόνος
Σφάξτε και φάτε ένα παιδί.
Εδώ κερδίζουμε τα προς το θανεῖν από τη νεότητα
Αλλά πληρώνουμε το τίμημα των πολυπλάνητων πόθων μας
Αρρωσταίνοντας όλο και πιο πολύ απ’ την εξαθλίωση.
Δεν έχουμε γήρας όμως το γήρας μας καταπλακώνει
Δεν το βλέπουμε, μα ξέρουμε πως στέκει εκεί υπομονετικό
Βλάσφημο σαν τους γέλωτες τρομερών ανθών
Που χωρίς έλεος σφίγγουν ένα έντομο στα λιπαρά χείλη τους
Τόσο που το συνθλίβουν και το τρώνε μ’ απόλαυση βρέφους
Που την τροφή του την βρίσκει ακούραστα, φρέσκια και αλεσμένη.
Είναι το γέλιο αυτό που οι αθώοι και οι παρθένοι το προαισθάνονται
Να παραφυλά μέσα στα χαρακώματα αυτής της βαθιάς μετάνοιας
Έτοιμο ν’ ανατινάξει την καρδιά μας, την τόσο άμαθη
Στον αιφνιδιασμό ενός συναισθήματος πιο πολύ από κάθε άλλο
Ανθρώπινο.

Αν δεν είχαμε φόβο δε θα ‘μασταν άνθρωποι
Αλλά συντρίμμια που μετά από μια μεγάλη πυρά αφήνονται
Στην οκνηρία, να περνούν από πάνω τους οι αιώνες
Όχι με μεστότητα αλλά με σκόνη. Δεν είμαστε τίποτα παρά σκόνη
Κι όμως πασχίζουμε να κάνουμε τη μικρότητά μας πιο ορατή
Από αυτά που υπερυψωμένα μπορούν με δυσκολία να μας κοιτάξουν
Περιμένοντας ένας ν’ ανεγερθεί περισσότερο για να τον πάρουν
Δικό τους. Αρνούμαστε το φως, γι’ αυτό κανείς δε μας ξεχωρίζει
Σαν πληγέντες που αγνοούνται και που βάφουν τα πρόσωπά τους
Με παγωμένη λάσπη κατ’ ευθείαν κάτω από την κακοτράχαλη γη
Για να μην τους βρούνε. Μα αυτοί που κρύβονται
Δεν ξέρουν από τι κρύβονται και μέσα σε τι κρύβονται
Αυτή η λάσπη που τους καλύπτει είναι από χώμα, από βρόχινο νερό
Κι από νεκρούς, νεκρούς τόσο παλαιούς που ‘ναι λιωμένα πια
Ακόμη και τα οστά τους, αυτά τα σημεία του πάντα
Και τα κρανία τους που μόνο εκείνα ξεχάστηκαν απ’ τη λήθη
Σμίγουν τις νύχτες και λες κι ‘ναι σμιλεμένα από ήλεκτρο
Ανταλλάσουν σπίθες συμπόνιας.

Μίλησα πάλι γι’ αυτά που δε με αγγίζουν. Ποιος ξέρει,
Ποιος γνωρίζει, ποιος κατανοεί, όσα δεν είπα ακόμη
Όσα τα κράτησα στην ανήλιαγη μα τόσο ευρεία φυλακή
Να ζεις σ’ ένα μεγάλο, ζεστό σπίτι κι όλοι γύρω σου
Να είναι νέοι κι ευγενικοί · αυτό είναι στ’ αλήθεια ν’ αναρωτηθείς
Πώς τόσο πολύ έρημος, πώς τόσο μόνος είμαι
Ένας τυφλός που ατενίζει τη φτιάξη μέσα από τον ήχο
Ένας σοφός που ατενίζει το θεό μέσα απ’ την περιφρόνηση
Ένας νεκρός που θεωρεί πως ζει, σπάζοντας το θάνατο
Μέσα στα μάτια των εγκαταλελειμμένων.

Εύκολα παραδόθηκα, απ’ την τρισόρφανη λιακάδα του Ρήνου
Με τα πένθιμα νερά και τους ολολυγμούς ψαροπουλιών
Που αρέσκονται και κείνα στη λιμοκτονία,
Ως τα ξερά τα φύλλα που γέρνουν ευτυχισμένα στη σήψη τους.
Μα η κραυγή μου δεν ήταν ούτε σα ψίθυρος
Ούτε σαν το ανάερο άκουσμα κείνων των ίδιων φύλλων
Καθώς μ’ έναν κρότο φριχτό δέχονται στη φιλόξενη ράχη τους
Το πουλί, που θα πέσει νεκρό απ’ τα ψηλά
Φασκιωμένο σαν την ημέρα που πρωταντίκρισε τον κόσμο
Σ’ ένα ζεστό χορό απ’ ολόλευκα φτερά.

Αυτή είναι η αιώνια βασιλεία? Αυτό
Το άσχημο ψεύδος των αγανακτισμένων δεσποτάδων
Που σ’ όποιον πονάει υπόσχονται ζωή και ομορφιά?
Τίποτα λοιπόν δεν είναι · δεν είμαι · κι ό,τι ζω
Μοιάζει σα μια αιώνια μέρα
Αιώνια, ατελείωτη, ευρύχωρη
Για τις κηδείες όλων αυτών των προδομένων.

Και να ο άνδρας που κάθισε
Απέναντι απ’ τον αγριεμένο αγέρα κι ο αγέρας
Στη θέα της πράας οργής του ανασκουμπώθηκε
Και το δίκαιο ρεύμα του, που πιο δίκαιο
Δεν ήταν από του άνδρα τη στρεβλή και δίκαιη ρίζα
Μέσα στο χώμα όπου ο γέρος-ορφανός θλιμμένος θάβει τους γονιούς του,
Έντρομο σάλεψε από το πώς την είχε αντέξει τόση ένδεια
Μα πια δεν είχε παρά να μείνει στη νωθρότητα
Όπως εκείνος που ξυπνά αργά το απομεσήμερο
Κι ως να του πουν την ώρα της στιγμής
Η ώρα του νυχτερινού του ύπνου καταφτάνει. Πάλι.

Δεν ξέρω τι ‘σαι τ’ όνομά σου την καταγωγή σου δεν ξέρω
Από καθήκον ή από παρόρμηση, από φιλοσοφία ή τέχνη
Τι ημερεύει των μεγάλων πόλεων τον ατιθάσευτο θάνατο
Τίποτα, μ’ από τον ενσυνείδητο νεκρό ένα επιφώνημα:
Γυρίστε! Από τον άλλο δρόμο πάνε πιο καλά
Μια καλημέρα, μια καληνύχτα σ’ έναν ξένο
Σ’ όμβρια μέρα ένα φως από το εκλεκτό αντιφέγγισμα
Που δίνει το αγκάλιασμα του εχθρού στον ουρανό.

Τι γυρεύεις, τι ζητάς κι εσύ εδώ χάμω, πλάσμα ανώριμο
Πλάσμα ανόητο, πλάσμα αδικημένο, πλάσμα ανθρωπινό
Τι ψάχνεις τόσο κάτω, στην αλήθεια που δεν είναι αλήθεια
Και που έχασε τη μονάκριβη την πιθανότητά της να ‘ναι αλήθεια
Απ’ τη στιγμή που άνθρωπος τη μαγάρισε με το στοχασμό του
Αυτό συμβαίνει σ’ ό,τι στοχάζονται οι άνθρωποι
Από τ’ απόκοσμο καταπέφτει σ’ ευτελές, σε κοσμικό
Κι οι αγγελοκρουσμένοι ποθούν να το υπερβούν και οι γυναίκες
Έπαψαν πια να το χλευάζουν. Σε ουρανούς, σε χώματα
Που απέραντα ή έστω θεϊκά πλασμένα μοιάζουν κι όμως
Πια δεν τα έχει σ’ εκτίμηση κανείς. Τίποτα και πουθενά δεν είναι
Τίποτα. Τίποτα. Τίποτα κι ο ουρανός και η γη κι αυτό
Που λένε αλήθεια κι αυτό που λένε ψέμα κι αυτό που λένε και τα δυο
Τα δυο ή αλλιώς μάτι του κάθε ένα που το βλέπει
Όπως το μάτι του μπορεί να κινηθεί για να το δει.

Σώμα, σώμα. Ή το μάτι μου είναι λίγο ή το σώμα είναι πολύ
Λοιπόν μι’ αλήθεια το σώμα την κατέχει
Βλέπεις? Δική σου μόνο η θέα, για όσο υπάρχουνε τυφλοί
Ακούς? Δικός σου μόνο ο ήχος, για όσο υπάρχουνε κωφοί
Όμως απ’ την αφή ποτέ σου δεν προδίδεσαι
Γιατί μπορεί άνθρωπος δίχως χέρια να υπάρχει
Αλλά όχι χωρίς σάρκα, χωρίς δέρμα, όχι χωρίς να μπορεί να αισθανθεί
Αν πάνω του ακουμπήσεις πάγο ή πυρωμένο μέταλλο
Λοιπόν, ακόμα αμφιβάλλεις πως είναι όλα η ύλη και η αφή?

Φωτιές διακρίνω πάνω από το Ζλάτογκραντ
Πλάι στα φαιά νερά του Βάρμπιτσα φυσάει πολύ
Σάστισα · οι κούφιοι λάρικες και οι σφαλιστές μηλιές
Ξέπνοοι γέροι μουσικοί σβήνουν γυμνοί πάνω στ’ ακόρντα τους

Ε! Εσείς στην πόλη, αναθεματισμένοι αστοί
Κι εσείς που δε διαφέρετε καταραμένοι χωρικοί
Σπέρνω τον ουρανό, σπέρνω τη θάλασσα, σπέρνω την γη
Μα ο δρόμος μου οδηγούσε σ’ αφανισμένο μέρος.

Λάβρα στην γη? Το δρέπανο του παγετού ρημάζει το ποτάμι
Να το! Το στέρεο αίμα κόβει του πεινασμένου την ψαριά στα δυο
Σαν το χαμόγελο μπρος σ’ ένα πρόσωπο άγνωστο
Που χάνεται ξανά μέσα στο πλήθος.

Σκύβω στο δέντρο το νεαρό και οι θαλλοί του μου αντιστέκονται
Σκύβω στο γέρικο και τσακίζονται τα βαριά κλαδιά του
Τι λένε σ’ αυτούς που δε μας επιθύμησαν
Τι απαντούν, όταν εμείς σφαδάζουμε μα κείνοι αγκαλιάζουν θαλπεροί
Το ταπεινό αεράκι που σηκώνει η φυγή μας
Τι κηρύσσουν σ’ άνδρες ολόρθους κι αναλλοίωτους
Σαν ο καιρός μάς θέλει στραγγισμένους απ’ όλα
Να πίνουμε το αίμα μας για να ζεσταθούμε
Σκυθρωποί, σ’ έναν ανάπηρο κύκλο καθισμένοι παίρνοντας
Φως από φωτιά σκληρή, τενεκεδένια.

Μην είμαστε των αστέγων παρωδίες
Και των αληθινών αρρώστων χωρατά
Που λεν’ τις νύχτες στα νοτισμένα τα κρεβάτια τους
Ελαφραίνοντας του βαθέως πυρετού την ώρα την αβέβαιη?

Μ’ αρέσει να καίω να καίω μ’ αρέσει
Φίλοι, πιάνω στα χέρια μου σκιές, νομίζω, αγκάθια σκοτεινά
Κι έτσι γεμίζω, εγώ, που άφθαρτος δεν είμαι, χαρακιές
Μετρώ τ’ αστέρια, που είναι πάντα τόσο λίγα πάνω από το σπίτι
Πάνω από ‘να σπίτι ταπεινό των μεγάλων πόλεων
Από τα φώτα της μεγάλης πόλης ντροπιάζονται τ’ αστέρια
Μ’ αρέσουνε τ’ αστέρια, όμως τα φώτα της πόλης με ευφραίνουνε
Κι όταν περνάω βαρύς από το κέντρο της
Παραλυμένος απ’ την κούραση, από την απεχθή εργασία
Νιώνω ξανά κοιτάζοντας τα φώτα. Φώτα ποικίλα κι ανθρώπους
Ποικίλους που περνούν ή που για λίγο στέκονται, όσο εγώ
Στο ίδιο μέρος, πλάσματα όμορφα κι ευγενικά
Που αγαπιόμαστε για μια στιγμή βαθιά μέσα απ’ τα βλέμματά μας

Γιατί οι μονάχοι, γιατί τα ευλύγιστα στάχυα της λαλιάς
Γιατί τα άρβυλα που αναβλύζουν φονικά φύλλα πορείας?
Ένας έγινε προδότης, τον είπανε δαυλό σιωπής
Μα η σιωπή είναι η διάλεκτος που όλοι κάποτε μιλούν
Η γλώσσα είναι μι’ απόδειξη της πτώσης
Κι αν ο προδότης πρόδωσε την γλώσσα του
Ας χαρεί, γιατί έγινε άγιος.

Είμαι ο χρόνος · χέρια χρυσά, χέρια γαλάζια, χέρια
Απαρατήρητα, που ενώνονται για λίγο · είμαι η συγκίνηση του τρελού
Και η φροντίδα του, το τίμημα του κάλλους είμαι, η παρθενία
Σκέφτομαι συνεχώς κι ο λιγοστός καιρός που μ’ απομένει
Θρέφει του απέραντου την άθρεφτη οπλή.
Κάτι θα ‘ρθει κάτι θα φύγει
Ρίχνω το δίχτυ του βουνού στου δειλινού τον κάτωχρο ήλιο
Το Νοέμβρη πάλι, που ένας σκυμμένος περπατά, δεμένος στον εαυτό του
Ζώο γυμνό που κέρδισε από την γύμνια το έριό του
Φυλά η στείρα γυναίκα την κερήθρα του θανάτου
Κι αυτός από το μόνιππό του ευγνώμων την τραβά.
Θα δεις ροδώνες πέρα απ’ τη στειρότητα
Πηγαίνοντας με το ρεύμα των νεκρών και με το γέλιο των δημίων
Βρίσκοντας την προδοσία σου στο λυγμό της προσευχής
Να ‘ναι πατέρας κι αδερφός ελάχιστοι και ξένοι? Να ‘ναι ·
Να αγαπάς αυτό που ό,τι κι αν κάνεις δε θα σε χωρά
Όπως αυτός που δε χωρά μες στο παιδί του
Όμως αυτό, μ’ αμέτρητων πατέρων τα ονόματα ζητά
Να σκίσει πια του χρόνου του τη μήτρα, που του ‘ναι στενή και λίγη.
Αυτή είναι η τρέλα του ευτυχή.






Άντζυ Κ.