LE MINOTAURE

Εκείνοι ξέρουν πως σιγανά σαν τον άνεμο η πέτρα που ήταν κάποτε ακατεύναστη θα βρει το κέντρο του πόνου κι ο άπατρις δίχως οίκτο θα ελευθερωθεί μέσα από την εξορία του και η αγάπη θα ‘ναι ένα ανεπιθύμητο παιδί για τους ερωτευμένους κι ο θάνατος ένας δρόμος που λυσσά μπρος σ’ έναν άνθρωπο δίχως άκρα με σιγουριά να τον περπατήσει κι οι εκκλησίες κέντρα διερχομένων και τα μπουρδέλα ναοί για ‘μας που αναζητάμε αδερφή και μητέρα και την τρυφερότητα της ματαίωσης και την χαρά της παρόδου, για ‘μας που μας γέννησε μια λευκή οδαλίσκη και χάσαμε τον πατέρα βρίσκοντας τον πατέρα σε τάφους ανθρώπων που ήταν για ‘μας σπουδαίοι σαν την ανάγκη για ήλιο και πίστη. Το τρεχούμενο νερό δεν αγανάκτησε ακόμη μαζί μας. Τα καμένα χέρια μας πλυμένα στον βόρβορο αυτού που δεν ήταν αρεστό βρίσκει τώρα το νέο σωτήρα, το ψωμί που έρχεται πέρα από την επιθυμία του ψωμιού, οι άνθρωποί μας στεγνώνουν τα ρούχα τους στα τρίγωνα των θυγατέρων τους, έγινα ο ίδιος οι άσπιλες μητέρες που γνέθουν ιππεύοντας τη μέρα και τη νύχτα, βαστώντας με το ένα χέρι το πιο εξαγριωμένο χαλινάρι και πάλι ακούραστα, έγινα οι βροντερές καρδιές των συντρόφων, βαθιές, ζεστές μετά το πέρασμα του θανάτου, κι ας ήταν το αίμα και η μάχη ακόμα εκεί. Χόρεψα σαν βεντάλια πάνω από τα ιδρωμένα σώματα και η θέλησή μου μονάχα έφτασε να σηκώσει όλους τους ανέμους. Τ’ ανομολόγητα πόδια μου σήκωσαν τα παιδιά κάθε άκαρπης γυναίκας και κάθε άκαρπου άνδρα, μες στο σκοτάδι ενός βροχερού απογεύματος περιγέλασα κάθε έριδα, σμίγοντας πάλι με τον εραστή, τον εχθρό και τον πρόγονο. Καλλιέργησα τη δύναμη του ταύρου σε χώμα πιο ικανό από κάθε απάτη. Έγινα ο ίδιος η απάτη κι έσωσα το ποτάμι που κυλάει αργά και το ρυάκι που εκβάλλει βεβιασμένα στα χαμόκλαδα, στους μίσχους και στις κισσώδεις παλάμες. Ονειρεύτηκα πως ήμουν η γλώσσα της κίσσας, του αιγίθαλου, της πετροπέρδικας, του αετού, της γαλιάντρας, του κύκνου, της τσίχλας και του φασιανού και κάθε σάρκα και καρπός έμπαινε μες στα ευκίνητα σπλάχνα μου κι ευφραινόμουν τόσο που τραγουδούσα ακόμη κι αν η φωνή μου ήταν στριφνή. Σ’ αυτή τη μεγάλη χαρά κι η στριγγλιά ακούγεται σαν τ’ ομορφότερο τραγούδι. Φωνές ανέστιων ανθρώπων είναι τα χέρια μου, η καρδιά μου γίνεται αδιάκοπη φωτιά για κάθε τι. Λεηλατώντας αυτό που δεν υπήρξε γιατί είναι πιο πάνω από αρκετό, αποκηρύσσοντας το εξαιρετικό, απομυζώντας ό,τι περιπλανήθηκε ανεπαρκώς γενναίο για τους ήρωες, προκλητικά αληθινό για τους προφήτες, σκοτώνοντας εκ νέου θεό και απογόνους, φορτώνω στην πλάτη μου τον αμετάβλητο ουρανό κι εμπορεύομαι την περηφάνια και το φρενικό έλεος του ορφανού, του άτεκνου, του άθρησκου, του ασεβή, του μονήρη και του προδότη. Τα πάντα είναι κάτι. Τίποτα δεν είναι τίποτα. Η εξομολόγηση είναι το πάθος του διψασμένου και η δίψα το πάθος του προστάτη, αυτού που εγκαίρως σε τραβά από το θυελλώδες ένα και άλλο, όταν ζητάς ν’ αγκαλιάσεις όλες τις τάξεις των θαυμάτων κι οι μήνες της καταγωγής να μην είναι πια μήνες διχόνοιας, αλλά αμφίβολοι θάνατοι που κανείς φανερά δεν πρόκειται να παραδεχθεί κι ούτε να υποκριθεί πως ξέρει, ανήμερα σαν αυτόν που ήπιε μια στάλα κάθε κόσμου κι η νύχτα που ατίμασε τη θλίψη ήταν γι’ αυτόν τον ίδιο η αυγή κάθε εμπειρίας. Απαλλάχθηκα, απαλλάχθηκα άγρια από την ακρότητα, τους ξέφρενους κινδύνους, τη μετριότητα των εθών, το μυθώδες αδύνατο των ηθών, φτάνοντας στα προπύργια όλων των ερώτων, όπου απέθεσα την αρρώστια μου, την αγωνία μου και την περιφρόνησή μου. Εγκατέλειψα τα πάντα γυμνός σαν κουφάρι κατασπαραγμένου βουβαλιού, ανέλπιδος σα σφαλιστή πληγή που από το βάρος της τίποτα δεν μπορεί να την ελαφρύνει, ελεύθερος, ακέφαλος, ζωόμορφος κι απύθμενα υπαρκτός, όσο κανείς και τίποτα άλλο. Ας γίνουμε εγκλήματα και ηδονές που δεν ανέχονται οι άνθρωποι, ουσίες ακυβέρνητες πέρα απ’ τα λόγια, τα σκαντάγια που ακύρωσαν χίλιες φορές τα σύνορα του χρόνου, εκείνοι που δεν στεφανώνονται πια με κανέναν οίστρο όταν φωνάζουν. Ζηλότυποι μόνο μπροστά στους νεκρούς, μέγιστοι εκφραστές όποιου ανούσιου ιδεώδους ο καθένας αντέχει, ασυναγώνιστοι μεταξύ των δύσμορφων και των κλεφτών, θεϊκοί για τους αρχαιοκάπηλους, φίλοι καρδιακοί στο πλάι των θρησκόληπτων και για τους απλούς ανθρώπους άγνωστοι, ανύπαρκτοι, ίσως εχθροί, αλλά ακόμη μακρινοί, ίσως διάβολοι, αλλά ακόμη αδύναμοι, ίσως τρελοί, αλλά ακόμη μαντρωμένοι στις όχθες των οραμάτων μας. Στις κατάρες, στις παγίδες, στα συντρίμμια των πιθανοτήτων, στις κόψεις των συμπτώσεων, εδώ ο μονόδρομος της εξέλιξης καλύπτεται από τ’ άνθη ενός χάους δίχως άλλο. Τίποτα δε μ’ εμποδίζει. Ούτε οι γεννήσεις, ούτε οι θάνατοι. Από το ζώο έως το ζώο η δύναμή μου θεριεύει στο πρόσωπο των περίφρακτων πραγμάτων. Γίνομαι ξανά εγώ και τίποτε άλλο.





Άντζυ Κ.