nure-onna


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Ούτε από άνθρωπο, θεό, ούτε από ζώο τον είδα.
Τι ύλη γίνανε τα μάτια μου μπροστά του; Έμπιστη σκιά,
Που λαχταράς ψυχές ώς της πλευράς σου τη φολίδα,
Μη με προδώσεις τώρα, που ’γινε η ξένη αισχύνη αίγλη δικιά.

Διπλό αλίμονο: αρνείται η γη ό,τι αρνήθηκε πατρίδα
Στη γέννα αυτήν που περιμένει τη θανή της να τη σώσει∙
Γι’ αυτό, δώρο θεού αν ήτανε, τσακίδια. Κι αν παγίδα,
Ψάρι και δόλωμα αλλιώς εδώ θα ζευγαρώσει.

Αν ήρθε, μέσα στις χίλιες μου ντροπές, να με σπιλώσει,
Ας είναι. Αν ήρθε, μέσα στα χίλια ψεύδη μου, να μ’ απατήσει,
Ας είναι. Γιατί ’ναι αυτά σπουδές των ζωντανών: θα με λυτρώσει
Ό,τι κι αν κάνει, μα ό,τι. Κι ο σκοτωμός του ακόμα θα ’ναι ζήση.

Τα χέρια της ήταν βρόμικα, μα κάτω απ’ τη βρομιά
Είδα τ’ άσπρα κλωνιά που δεν μπορεί κανείς μα να φιλήσει,
Σαν κάτι που δεν το αισθάνεται η ευγενική καρδιά
Κι η αδειασμένη μια φορά μονάχα θα το ζήσει:

Ως και για το ατσάλι υπάρχει μια φωτιά που θα το λειώσει.
 

 

Α.Κ.