メーデイア / アヘンチンキ


Ουδέν σκοτάδι ανθρωπινό, για κανενός τύφο ο οίκτος
Ένα μονάχα υπάρχει εδώ: αυτό που κάν’ να δίνονται τ’ αστέρια,
Που στις οπλές κολλάει των κατσικιών που τρέφει η Δίκτος
Κι όσο το καίν’ οι μάγιστροι τους καίει αυτό. Τα νεκροκέρια
Τους, κι εκείνα εδώ, έτσι όπως καίνε το γαλάζιο τους φυτίλι,
Και ζίλι γίνονται οι κοιλιές των ασεβών, και τα λαιμά τους σάζι
Όταν κρεμάει το γέρμα ο θεριστής τα δέματα στην τύλη
Κι ούτε που ξέρει ο δύσμοιρος τι βάλσαμο βαστάζει
Κι ο πιεστής, όταν τα φύλλα τ’ άλικα συνθλίβει στο χαβάνι,
Ούτε που ξέρει ότι θανατικό που θανατώνει θάνατο θα δώσει
Στον τραβηχτή, π’ όταν, σαν απ’ το χώμα το ιερατικό του Βάνι,
Άπεφθο χρυσό τραβά, ούτε που ξέρει πως θα καρδαμώσει
Αυτός που μόνος ξέρει: απ’ τον χυμό του πιο πλούσιου φρούτου
Ο πότης ο φτωχός. Ξέρει αυτός. Αυτός κι η φλέβα του μηρού του.

Α.Κ.